Skip navigation

Monthly Archives: Δεκέμβριος 2009

Χρίστος Παπαγεωργίου, Το γήπεδο γέρνει, Ύψιλον 2009

Ο ποιητής και κριτικός Χρίστος Παπαγεωργίου (γ. 1954), με σταθερή παρουσία στα γράμματα από το 1977, καταθέτει εδώ, στην όγδοη συλλογή του, στίχους καλυμμένους από την σκόνη της καθημερινότητας∙ κάτω από την επίστρωσή της, όμως, εκτυλίσσεται αδιάκοπα το δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης. Ο τίτλος της συλλογής αντλείται από την ποδοσφαιρική ορολογία και ανάγεται τελικά σε φράση-σύμβολο για τις μικρές προσωπικές άνισες μάχες. Ο ποιητής είναι παρατηρητής της πραγματικότητας, είρων αλλά και πάσχων, και χρησιμοποιεί στίχο λιτό, συχνά ελλειπτικό στα όρια της αποσπασματικότητας, και γλώσσα ψυχρή, αποστασιοποιημένη, στην ίδια εκείνη θερμοκρασία που μας είναι οικεία στη μεταπολεμική ποίηση. Το σκηνικό των ποιημάτων είναι συνήθως αστικό∙ μορφές λιγότερο ή περισσότερο αφηρημένες, σκιαγραφημένες ώστε να επιτελούν η καθεμιά τη λειτουργία της, κινούνται σε χώρους ασφυκτικά κλειστούς, αρχιτεκτονικά και συναισθηματικά. Το παράλογο της καθημερινής ζωής, ο ανεκπλήρωτος έρωτας, ο πολιτικός υπαινιγμός, η εγγεγραμμένη μνήμη του οικογενειακού παρελθόντος, το τραυματικό βίωμα, «το όνειρο», τέλος, που, όπως γράφει ο ίδιος ο ποιητής, «έγινε ποίημα», επανέρχονται σταθερά ως θέματα, πηγή έμπνευσης και ορίζοντας αναζητήσεων του Παπαγεωργίου. Είναι τα υλικά εκείνα με τα οποία συνθέτει τον ποιητικό του κόσμο, μια νοητή και ατέρμονη πορεία επιστροφής εκεί όπου «τον περιμένει ο ίσκιος του» («Ύποπτος φαινομένων»).

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 502, σελ. 71]
Advertisements

Ορέστης Αλεξάκης,

Το Άλμπουμ των αποκομμάτων,

Γαβριηλίδης 2009

Ο Ορέστης Αλεξάκης (γ. 1931, Κέρκυρα) καταθέτει εδώ, στην ενδέκατη [1] συλλογή της μακράς ποιητικής του πορείας, κάτι σαν επίμετρο όλης της δημιουργίας του, με ποιήματα που γράφτηκαν παλαιότερα αλλά δεν είχαν μέχρι τώρα δημοσιευτεί σε βιβλίο.

Ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ανήκει στην εποχή του και στα λογοτεχνικά της ρεύματα, έχει όμως στενούς δεσμούς και με την προγενέστερη ποιητική παράδοση. Καθώς διαλέγεται με το ποιητικό παρελθόν του, διακρίνουμε και πάλι τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της στοχαστικής απλότητας και της ζωντανής αφηγηματικότητας. Η ποίησή οικοδομείται με τις «σωστές» λέξεις και τη στιλπνότητα εκείνη που μόνο η επίπονη επεξεργασία μπορεί να αποδώσει.

«Το Άλμπουμ των αποκομμάτων» αποτελείται από τέσσερα μέρη.

Στο πρώτο («Νεκροί στην πόλη») καταπιάνεται, δίχως να κρύβει το σαρδόνιο χαμόγελό του, με το θέμα του θανάτου. Ο άνθρωπος γίνεται πρόσκαιρη παραλλαγή του κενού και ο ποιητής, ευρηματικά παράλογος, συνθέτει σκηνικά για συναντήσεις με κάθε λογής φαντάσματα: πίνει ένα ποτό παρέα με το φάντασμα των παιδικών του χρόνων, υπονομεύει το φάντασμα των εθνικών μας μύθων, κι ύστερα, με την υπόνοια ότι είναι και ο ίδιος φάντασμα, απευθύνεται στο ποιητικό του εγώ με διάθεση απολογισμού και εσωτερικής ενατένισης. Πικρό το συμπέρασμά του: η ποίηση αποδεικνύεται αυταπάτη, ανεπαρκής καταφυγή, άπιστη ερωμένη. Ακόμα κι έτσι όμως ο ποιητής επιμένει: «να στήνω αυτί / κι ας μην ακούω…».

Στο δεύτερο μέρος («Ίχνη στην σκόνη») ανασύρει τα αποτυπώματα του ποιητικού κοσμοειδώλου μέσα από τα θραύσματα της μνήμης. Με λέξεις-σύμβολα, όπως η σκάλα, ο καθρέφτης, το κατώφλι, το ρόπτρο, ο χώρος προσδιορίζεται από την αίσθηση μετάβασης προς έναν κόσμο που υπερβαίνει το υπαρκτό και σταθεροποιείται στο θαλπερό και συνάμα παγωμένο περιβάλλον της μνήμης.

Στο τρίτο μέρος («Ο μεταμφιεσμένος χρόνος») κυριαρχούν το Μηδέν, η Σιωπή, το Τίποτα, ως απόλυτες αξίες της αποσπασματικής πραγματικότητας. Είναι η πραγματικότητα που συνιστά το χώρο της μνήμης, όπως φαίνεται στο ποίημα «Το ακροτελεύτιο», τέταρτο μέρος της συλλογής.

Η μνήμη είναι αυτό για το οποίο έχει γίνει λόγος∙ τώρα η ψυχή, με το νηφάλιο καταστάλαγμα της ωριμότητας, «έχει αφεθεί στη μόλις μουσική / που η αίσθηση του μάταιου αναδίδει».


[1] Περιλαμβάνονται μια συγκεντρωτική (Υπήρξε, 1999) και μια εκτός εμπορίου που ενσωματώνεται εδώ (Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, 2005).

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 502, σελ. 70]