Skip navigation

Monthly Archives: Μαρτίου 2010

Γιώργος Κουτούβελας, Η αλητεία στη χώρα των γραμμάτων,

Γαβριηλίδης, 2009

Νίκος Ερηνάκης, Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου,

Ροές, 2009

Δύο συλλογές που δεν συγκλίνουν μόνο στη νεαρή ηλικία των ποιητών, αλλά και στη θεματική τους.

Ο Νίκος Ερηνάκης (γ. 1988) κινητοποιείται σε πρώτο επίπεδο από την οργή του και διατυπώνει με τη μορφή αφορισμών την αποστροφή του προς τον κόσμο. Η απόγνωσή του όμως είναι βαθύτερη, φοβάται τη σιωπή και την ασχήμια και αγωνιά να κατακτήσει τη γλώσσα. Σαν να μας ομολογεί ότι, αν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις, θα έγραφε για την ομορφιά. Τελικά, εγκλωβίζεται στο προσωπείο που επιλέγει και επαναλαμβάνεται.

Πιο ώριμος ο Γιώργος Κουτούβελας (γ. 1986), βρίσκει τον βηματισμό του στερεώνοντας παράδοξες, ονειρικές εικόνες. Δυναμικός και κριτικά ευαίσθητος απέναντι στην πραγματικότητα, εντοπίζεται στο πέρας της δυσανάγνωστης εθνικής ιστορίας, διαλέγεται δημιουργικά με το παράλογο και φέρνει τη μεταφυσική σε καθημερινές διαστάσεις.

Και οι δύο αφήνουν υποσχέσεις για το μέλλον, σε συνάρτηση και με τις κατευθύνσεις που θα δώσουν οι ίδιοι στη διαμόρφωση του ποιητικού τους τρόπου.

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Ώρα κάτω απ’ το νερό, Έψιλον, 2008

Νίκος Ορφανίδης, Τα Χαρωπά Τραγούδια της Μητέρας, Ακτή, 2009

Δυο ποιητικές φωνές έρχονται από την –κοντινή και μακρινή ταυτόχρονα– Κύπρο και καταθέτουν τις διαφορετικές, όσο και συμπληρωματικές γραφές τους.

Στην ένατη συλλογή του, ο Νίκος Ορφανίδης (γ. 1949) αναμετριέται με την ιστορία και την ενσωματώνει ενδοφλέβια στην ποιητική του. Το γλωσσικό του ιδίωμα συγκοινωνεί υπόγεια με το δημοτικό τραγούδι. Από μια ονειρική ατμόσφαιρα αναδύονται ο γενέθλιος τόπος και η μορφή της μητέρας, ανυψώνοντας σε μύθους της παιδικής ηλικίας τη θρησκεία και τη λαϊκή παράδοση, εκφάνσεις ενός –ίσως και επινοημένου– παρελθόντος.

Αντίθετα, η ποίηση της Χριστιάνας Αβρααμίδου (γ. 1978) είναι βαθιά ριζωμένη στο παρόν. Εδώ, στην τέταρτη συλλογή της, κινείται υπό το άχθος της καθημερινότητας «ξεμέθυστη», με τη νηφαλιότητα πρωινού πονοκεφάλου. Με στίχους λιτούς και μια πεζολογία στιβαρή –και μάλλον ηθελημένη– μιλά, παρακολουθώντας τις εποχές που αλλάζουν, για τα συναισθήματα που δεν διαφοροποιούνται, την αγάπη που χάθηκε και την ποίηση που όλο διαφεύγει…

Αργύρης Παλούκας, Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος, 2009

Ελένη Μπουκαούρη, Ξένες γλώσσες, Γαβριηλίδης, 2009

Αιμιλία Παπαβασιλείου, Στο κατώφλι, Γαβριηλίδης, 2009

Τρία ποιητικά βιβλία, δεύτερη κατά σειρά κατάθεση των δημιουργών τους, κινούνται, θα έλεγε κανείς, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, σε έναν χώρο οριοθετημένο από το γνωστό στίχο «Ζωή, – ένα τραύμα στην ανυπαρξία».

Ο Αργύρης Παλούκας συνθέτει μια αξιοπρόσεκτη συνειρμική αφήγηση, ένα εκτεταμένο ποίημα με βαθιές οφειλές στις μινιμαλιστικές αποχρώσεις του μοντερνισμού. Εδώ, τα καθημερινά αντικείμενα και τα ανθρώπινα μέλη μοιάζουν να αυτενεργούν, ενώ ο θάνατος, ο φόβος, η χαρά και η αγάπη αναδεικνύονται σε δρώντα πρόσωπα, περιβάλλοντας σαν τραγικός χορός δύο εμβληματικές γυναικείες μορφές σε ένα πένθιμο χρονικό απώλειας και απουσίας.

Η Ελένη Μπουκαούρη κινείται από το εμείς της πολιτικής συλλογικότητας στο εγώ μιας τραυματικής σύλληψης της πραγματικότητας. Με ζωηρές παρομοιώσεις, γλώσσα τολμηρή και χυμώδη, αν και όχι πάντοτε εύστοχη, μιλά για τον έρωτα, το χρόνο, τον καιρό, την ίδια την ποίηση και το ταξίδι, που όμως δεν είναι πια διαφυγή, αλλά απουσία, αδιάκοπη αναζήτηση και φορτισμένη λογοτεχνικά μνήμη, εκεί όπου «ξένες γλώσσες» γίνονται ακόμα και όσες εμείς οι ίδιοι μιλήσαμε.

Η Αιμιλία Παπαβασιλείου γράφει με πηγαία ευαισθησία και λυρική τρυφερότητα για το φόβο, τη λήθη και την επιθυμία που ανάγονται σε μια προπατορική πληγή. Πίσω από την αβίαστη προφορικότητα μιας γλώσσας λιτής και χωρίς εξάρσεις, η ποίηση μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής μάχης και προσδιορίζεται ως θέμα επιβίωσης και όχι αθανασίας. Στο κατώφλι μιας διαρκούς, όσο και ανέφικτης, μετάβασης  το ποιητικό εγώ θα παραδοθεί τελικά στην αυτοαναίρεσή του, προκειμένου να δικαιωθεί και να ολοκληρώσει την αποστολή του.

Χριστίνα Οικονομίδου,

Matthew και Shirley,

Απόπειρα, 2009

Τρίτη συλλογή της Χριστίνας Οικονομίδου (γ. 1965), διευθύντριας του περιοδικού index. Μορφικά ανάμεικτο βιβλίο, όπου ποιήματα εναλλάσσονται με σύντομα πεζά. Ο Matthew και η Shirley του τίτλου θα μπορούσαν να θεωρηθούν αρχέτυπα του αρσενικού και του θηλυκού, καθώς βιώνουν σταδιακά έναν χωρισμό, ίσως, ή μια ματαιωμένη, ανέφικτη συνάντηση. Μικρά στιγμιότυπα της αστικής καθημερινότητας χρησιμεύουν για να υποδείξουν πώς ο κόσμος των υλικών διαβρώνει λίγο λίγο την εσωτερικότητα. Ακτινογραφούνται η απόσταση ανάμεσα στους ανθρώπους, τα δυσεπίλυτα προβλήματα μεταξύ των φύλων, ο εγκλωβισμός στους ρόλους τους. Τα χείλη και τα μάτια προσωποποιούνται και δρουν∙ σε πρώτο πλάνο έρχονται οι κτητικές αντωνυμίες, καθορίζουν, αλλά και αποδομούν τις σχέσεις. Η ζωή, σαν λογοτεχνία, θα διαβαστεί, ξανά και ξανά, και θα ερμηνευτεί, ώσπου θα μετατραπεί τελικά σε μνήμη, μνήμη του σώματος, μνήμη του χώρου.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 505, σελ. 55]

Ανδρέας Λεντάκης,

Τοτεμισμός,

Τυπωθήτω, 2009

Επανέκδοση της συλλογής, που πρωτοβγήκε το 1974 στον «Κέδρο». Ο Λεντάκης (1935-1997), φυσιογνωμία εμβληματική στο χώρο της πολιτικής και του πνεύματος, αντιλαμβανόταν τον τοτεμισμό ως μια ολοκληρωμένη έκφραση της αλλοτρίωσης στο σύγχρονο κόσμο. Η συλλογή αποτελείται από τρία μέρη. Στις «Είκοσι εικόνες για μια ζωγραφιά» διατυπώνεται με γλώσσα ελλειπτική ένας λόγος ερωτικός, ενσαρκωμένος, γήινος. Στο ομότιτλο της συλλογής μέρος, θέματα είναι η εξουθένωση της προσωπικότητας, η υποδούλωση στη μηχανή, ο κομφορμισμός, η μεταλλαγή της κοινωνίας, η έκπτωση της τέχνης. Ο τόνος του καβαφικός, ο στίχος μοντερνιστικός, η απλότητα απερίφραστη. Τέλος, στο «Παράρτημα», τα ποιήματα της φυλακής και της εξορίας, που δεν μπορούν να διαβαστούν χωρίς συγκινησιακή φόρτιση, μιλούν για την έγκλειστη ζωή, καθώς αναμετριέται –ελεύθερη πολιορκημένη– με την ανοιξιάτικη φύση. Μια συλλογή που μπορεί να διαβαστεί και ως μαρτυρία, ως ντοκουμέντο μιας εποχής.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 505, σελ. 55]

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η λύπη των άλλων, Κέδρος 2009

Σχοινοβάτης ο ποιητής, ισορροπεί επάνω στο ολισθηρό σκοινί της σημασίας. Πάντοτε με το ανεκπλήρωτο αίτημα μιας υπέρβασης, μιας αναρρίχησης «στου ίσκιου του την πιο ψηλή κορυφή το μεσημέρι».[1]

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (γ. 1945), δοκιμασμένος δημιουργός, από τους χαρακτηριστικότερους της γενιάς του ’70, πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966 και έχει στο ενεργητικό του δώδεκα ποιητικές συλλογές, τέσσερα πεζά και τέσσερα βιβλία κριτικής και δοκιμίου. Στην ποίηση του, ακολουθεί διαχρονικά την εσωτερική πορεία ενός μοναχικού ταξιδιού. Προορισμός του μοιάζει η παγωμένη επικράτεια του πυρήνα της ύπαρξης, εκεί όπου αποστολή του ποιητή είναι να υποκαταστήσει με τον λόγο τη λειτουργία της σιωπής.

Η λύπη των άλλων, εξέλιξη και συνέχεια της ποιητικής αυτής, μπορεί να διαβαστεί και ως ενιαία, συνειρμική αφήγηση. Σαράντα έξι μικρά ποιητικά «αποσπάσματα» οργανώνονται σε πέντε ενότητες, με ανιούσα χρονική και νοηματική σειρά.

Η πραγματικότητα, βιωμένη ανάμεσα στον λήθαργο και στην εγρήγορση, στις παρυφές του ονείρου, εγκιβωτίζεται σε έναν περίκλειστο κόσμο και χαρτογραφείται με τη διαδοχή ισχυρών ποιητικών συμβόλων. Από την εωθινή έκπληξη του ξυπνήματος, μεταφερόμαστε στο φως, στο νερό, στη βροχή, στον πυρετό και πάλι στον ύπνο. Όλα αρχίζουν και επιστρέφουν στο σώμα, που γίνεται αυτόνομη μονάδα και περίβλημα της γραφής.

Ποίηση απαστράπτουσα, που φτάνει στην αισθητική της δικαίωση όταν τελικά αποκαλύπτει τη συγγένειά της με τη σιωπή. Προβάλλει ερμητικά κλειστή, αποκαθαρμένη από κάθε περιττολογία, και προκαλεί επανειλημμένες και επίμονες αναγνώσεις. Ταυτόχρονα όμως υπονομεύεται –συνειδητά ή όχι– από την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και την απουσία ενός απτού και διακριτού θέματος. Σαν ένας αετός που, ενώ πετάει κυκλικά και μεγαλόπρεπα πάνω από το θήραμα, δεν επιχειρεί ποτέ την επίθεσή του. Λες και κυλάει το συναίσθημα υπόγεια, λες και κρύβεται στις πτυχώσεις των στίχων, στις εσοχές των λέξεων.

Εκτός εάν ο Παπαγεωργίου δεν μιλάει για τίποτε άλλο παρά για την ίδια την ποιητική διαδικασία, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στα ποιήματα της τελευταίας ενότητας με τίτλο «Δρα το μελάνι, αλλά σωπαίνει το χαρτί». Εδώ οι λέξεις προσωποποιούνται και αυτενεργούν. «Η αγάπη αρκεί», θα πει ο ποιητής, αντιφωνεί όμως ο ίδιος, φτάνοντας στην απόλυτη ερήμωση της τελευταίας λέξης: «Κανείς».


[1] «Ποιητική», σελ. 37 και «Έπαρση του μεσημεριού», σελ. 39

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 505, σελ. 44]