Skip navigation

Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Η λύπη των άλλων, Κέδρος 2009

Σχοινοβάτης ο ποιητής, ισορροπεί επάνω στο ολισθηρό σκοινί της σημασίας. Πάντοτε με το ανεκπλήρωτο αίτημα μιας υπέρβασης, μιας αναρρίχησης «στου ίσκιου του την πιο ψηλή κορυφή το μεσημέρι».[1]

Ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου (γ. 1945), δοκιμασμένος δημιουργός, από τους χαρακτηριστικότερους της γενιάς του ’70, πρωτοεμφανίστηκε στα γράμματα το 1966 και έχει στο ενεργητικό του δώδεκα ποιητικές συλλογές, τέσσερα πεζά και τέσσερα βιβλία κριτικής και δοκιμίου. Στην ποίηση του, ακολουθεί διαχρονικά την εσωτερική πορεία ενός μοναχικού ταξιδιού. Προορισμός του μοιάζει η παγωμένη επικράτεια του πυρήνα της ύπαρξης, εκεί όπου αποστολή του ποιητή είναι να υποκαταστήσει με τον λόγο τη λειτουργία της σιωπής.

Η λύπη των άλλων, εξέλιξη και συνέχεια της ποιητικής αυτής, μπορεί να διαβαστεί και ως ενιαία, συνειρμική αφήγηση. Σαράντα έξι μικρά ποιητικά «αποσπάσματα» οργανώνονται σε πέντε ενότητες, με ανιούσα χρονική και νοηματική σειρά.

Η πραγματικότητα, βιωμένη ανάμεσα στον λήθαργο και στην εγρήγορση, στις παρυφές του ονείρου, εγκιβωτίζεται σε έναν περίκλειστο κόσμο και χαρτογραφείται με τη διαδοχή ισχυρών ποιητικών συμβόλων. Από την εωθινή έκπληξη του ξυπνήματος, μεταφερόμαστε στο φως, στο νερό, στη βροχή, στον πυρετό και πάλι στον ύπνο. Όλα αρχίζουν και επιστρέφουν στο σώμα, που γίνεται αυτόνομη μονάδα και περίβλημα της γραφής.

Ποίηση απαστράπτουσα, που φτάνει στην αισθητική της δικαίωση όταν τελικά αποκαλύπτει τη συγγένειά της με τη σιωπή. Προβάλλει ερμητικά κλειστή, αποκαθαρμένη από κάθε περιττολογία, και προκαλεί επανειλημμένες και επίμονες αναγνώσεις. Ταυτόχρονα όμως υπονομεύεται –συνειδητά ή όχι– από την αίσθηση του ανολοκλήρωτου και την απουσία ενός απτού και διακριτού θέματος. Σαν ένας αετός που, ενώ πετάει κυκλικά και μεγαλόπρεπα πάνω από το θήραμα, δεν επιχειρεί ποτέ την επίθεσή του. Λες και κυλάει το συναίσθημα υπόγεια, λες και κρύβεται στις πτυχώσεις των στίχων, στις εσοχές των λέξεων.

Εκτός εάν ο Παπαγεωργίου δεν μιλάει για τίποτε άλλο παρά για την ίδια την ποιητική διαδικασία, όπως μας αφήνει να εννοήσουμε στα ποιήματα της τελευταίας ενότητας με τίτλο «Δρα το μελάνι, αλλά σωπαίνει το χαρτί». Εδώ οι λέξεις προσωποποιούνται και αυτενεργούν. «Η αγάπη αρκεί», θα πει ο ποιητής, αντιφωνεί όμως ο ίδιος, φτάνοντας στην απόλυτη ερήμωση της τελευταίας λέξης: «Κανείς».


[1] «Ποιητική», σελ. 37 και «Έπαρση του μεσημεριού», σελ. 39

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 505, σελ. 44]
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: