Skip navigation

Monthly Archives: Σεπτεμβρίου 2010

Θεώνη Κοτίνη, Θεός ή αγάπη,

Γαβριηλίδης, 2010

Τέταρτη συλλογή για τη Θεώνη Κοτίνη (γ. 1967), τέσσερα χρόνια έπειτα από το Ανίδεοι πάλι που είχε τιμηθεί με το βραβείο του περιοδικού «Διαβάζω». Η Κοτίνη υφαίνει με επιμέλεια τον ποιητικό της ιστό, φτάνοντας στο τρυφερό και χαμηλόφωνο καταστάλαγμα του στίχου της. Ο χρόνος και ο τόπος αρθρώνονται ανάγλυφοι στη διαδοχή και τη λεπτομέρειά τους, μέχρι και την ελάχιστη υποδιαίρεσή τους, εκεί όπου ενσωματώνονται πλέον στην εσώτερη ύπαρξη. Αντλεί την έμπνευσή της από το χώρο του ονείρου και από την απτή καθημερινότητα. Τη συγκινεί το τοπίο, φυσικό και αστικό, άλλοτε ανώνυμο, άλλοτε συμβολικά φορτισμένο: Ταΰγετος, Αττική γη, γενέθλια Ηλεία. Εσωστρεφής στην ευαισθησία της, ίσως και υποτονική, γλυκόπικρη, περιγραφική  –με ποιήματα που θυμίζουν μικρού μήκους ταινίες– διαβάζεται με μιαν ανάσα, σαν αδιάκοπος εσωτερικός μονόλογος.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 510, σελ. 70]

Advertisements

Ηλίας Κεφάλας,

Το δέντρο που έγνεθε τη βροχή και τραγουδούσε,

Ροές, 2010

Με είκοσι τέσσερα βιβλία στο ενεργητικό του –ανάμεσά τους εννέα ποιητικές συλλογές– και μακρόχρονη θητεία στην κριτική, ο Ηλίας Κεφάλας (γ. 1951) παρουσιάζει εδώ ποιήματα που γράφτηκαν από το 2003 έως το 2009, χωρισμένα σε τέσσερις ενότητες: «Μικρές φθινοπωρινές τελετές», «Πέρα στους πέρα κάμπους», «Η υγρασία της μνήμης» και «Φασματικές οδοιπορίες». Αντλεί την έμπνευση και τις εικόνες του από τη φύση. Άλλοτε αφήνεται σε λυρικές εξάρσεις, άλλοτε συνθέτει σύντομες αλληγορικές αφηγήσεις, παραβολές, θα λέγαμε, ή δημοτικότροπες παραλογές, όπου αναμετριέται και διαλέγεται με μνήμες, όνειρα, ανώνυμες ή ονοματισμένες φυσιογνωμίες. Ο έρωτας, ο χρόνος και η λήθη είναι τα θέματά του, καθώς συλλογίζεται και παρατηρεί τον κόσμο, από τη θέση του λάθε βιώσας. Ιχνηλατώντας στη ζωηρή μνημονική γεωγραφία του, φτάνει τελικά εκεί όπου «η ποίηση ορίζει την ποίηση».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 510, σελ. 71]

Ντίνος Σιώτης, Ξεφλουδίζοντας το ποίημα, Απόπειρα, 2010


Ο Ντίνος Σιώτης (γ. 1944), ποιητής πολυγραφότατος και βραβευμένος, ακάματος εκδότης περιοδικών, διοργανωτής εκδηλώσεων και διαγωνισμών, παρουσιάζει εδώ μια σειρά ποιημάτων, γραμμένων από το 2003 έως το 2010. Η συλλογή, που ανοίγει με σύντομο πρόλογο του Νάνου Βαλαωρίτη, έχει ως αποκλειστικό θέμα την ίδια την ποίηση, τη διαδικασία, δηλαδή, της γραφής και την «οικοσκευή» της, τους ανθρώπους του λογοτεχνικού κόσμου και τις αρχετυπικές συμπεριφορές τους, αλλά και το «εικονοστάσι» μαρτύρων και εξόριστων, όπως ο Λόρκα, ο Νερούδα, ο Μπρόντσκι. Με το χιούμορ της αυτοϋπονόμευσης να κυριαρχεί αλλά και να συνυπάρχει με μια μελαγχολική διάθεση, τα ποιήματα, σε στίχους οξείς και ολιγοσύλλαβους, μοιάζουν να πλέουν στην παραπλανητικά ακύμαντη επιφάνεια της αυτοαναφορικότητας. Παρά τις καλές στιγμές, δεν λείπει μια αίσθηση επανάληψης, ενδημική και εύλογα αναπόφευκτη στην εαυτοσκοπία της ποίησης.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 510, σελ. 70]


Γιώργος Μαρκόπουλος, Κρυφός κυνηγός, Κέδρος, 2010

“…at a little distance from his body”
James Joyce

Ο Γιώργος Μαρκόπουλος (γ. 1951), μια από τις πιο ευαίσθητες ποιητικές φωνές της γενιάς του ’70, δημοσίευσε για πρώτη φορά νεότατος, το 1968. Η έβδομη πλέον συλλογή του, δώδεκα χρόνια έπειτα από το Μη σκεπάζεις το ποτάμι, για το οποίο τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης, αφήνει την αίσθηση του απολογισμού και της παρακαταθήκης.

Ο τίτλος, Κρυφός Κυνηγός, υψηλή ποιητική αλληγορία, αντλείται από την ποδοσφαιρική ορολογία∙ είναι εξάλλου γνωστή η αγάπη του για το αντικείμενο, που αποτυπώθηκε και στην εξαιρετική μονογραφία του Εντός και εκτός έδρας (Καστανιώτης, 2006).

Ο ποιητής αναπολεί και αναλογίζεται τις διαψεύσεις της ζωής με έντονη αλλά και ελεγχόμενη συγκινησιακή φόρτιση. Διαλέγεται οδυνηρά με τον καθρέφτη του παρελθόντος, απολογείται, αποχαιρετά, καλεί σε ένα πένθιμο προσκλητήριο σκιών, βαδίζοντας στην παγωμένη κρούστα της μνήμης-λίμνης που υπόγεια κοχλάζει.

Είναι αυτός που «φοβήθηκε (…) την αϋπνία». Ανάμεσα στην ανάμνηση και τον εφιάλτη, πλάθει τον λόγο της απουσίας, μια «φωνή θυέλλης», θρηνητική και πανικόβλητη στη σιωπή της. Οι παρομοιώσεις, τολμηρά εικονοπλαστικές, προσδιορίζουν το ποιητικό εγώ και υπηρετούν το κάλεσμα στον άλλο, την ώρα που η μοναξιά εγγράφεται οριστικά και ανεξίτηλα στην ανθρώπινη ύπαρξη.

Κεντρικό είναι το ποίημα «Νοσοκομείο», σε έξι μέρη, που καταγράφει το τραύμα του προσωπικού βιώματος. Στο σκηνικό ενός ανεστραμμένου κόσμου, στη σιωπηλή φρίκη, στα θραύσματα του σώματος και της ψυχής μέσα «σε μικρή λεκανίτσα χειρουργείου»  σμίγουν το ρητό και το άρρητο, ο χώρος και ο χρόνος.

Παντού αναγνωρίζουμε τα ίχνη μιας συντελεσμένης καταστροφής. Το πένθος ενυπάρχει στη ζωή, εμποτίζεται στα πράγματα, βαδίζει στο πλάι του ανθρώπου από τη γέννησή του ακόμα. Το ποίημα «Ο φοβερός φονιάς Τζων Μπολ» μπορεί να διαβαστεί ως έμμεση ποιητική αυτοβιογραφία. «Πατρίδα μου είναι πλέον η μνήμη», θα δηλώσει. Τα στιγμιότυπα, οι εικόνες, οι λέξεις γυμνές και αποκαθαρμένες. Με τη σιωπή, την «αδικημένη αδελφή της ομιλίας», και μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, ελάχιστα αποστασιοποιημένη.

Ο παράλογος μικρόκοσμος, η προσωπική μυθολογία, τα σύντομα σπαραχτικά δράματα του καταληκτικού «Μετά των αγίων» είναι τα άσβηστα εκείνα φώτα στο κομοδίνο του άγρυπνου ποιητή, του ανθρώπου που παρατηρεί τον κόσμο γύρω του «με ένα μάτι που το οπτικό του νεύρο / είναι ο ουρανός σε μικροσκόπιο».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 510, σελ. 52]