Skip navigation

Monthly Archives: Οκτώβριος 2010

Νάσος Βαγενάς, Στη νήσο των Μακάρων, Κέδρος, 2010

Ποιητής δοκιμασμένος και δραστήριος φιλόλογος, με τις δυο ιδιότητες όχι απλώς να συνυπάρχουν, αλλά και να θρέφουν η μια την άλλη, ο Νάσος Βαγενάς (γ. 1945) υπογράφει εδώ την ενδέκατη συλλογή του – επίσκεψη, συνομιλία και προσκύνημα στον βίο και το έργο δεκαοκτώ ποιητών.

Λάμνοντας προς τη νήσο των Μακάρων, ο Βαγενάς μεταφέρει στις αποσκευές του ένα πολύπλευρο ποιητικό πρόγραμμα. Τα ποιήματα –εκτός από το τελευταίο, που απευθύνεται, σε ελεύθερο στίχο, στον Γιώργο Σεφέρη– είναι σονέτα, είδος που καλλιεργήθηκε όσο λίγα, εξελίχθηκε, παραλλάχθηκε και παρήκμασε, για να επανεμφανιστεί σήμερα ανανεωμένο, ενταγμένο στις αναζητήσεις της σύγχρονης ποίησης.

Σ’ αυτές ανήκει και ο θεωρητικός προβληματισμός του Βαγενά, που έχει διατυπώσει, εν μέσω της διαγνωσμένης «κρίση[ς] του ελεύθερου στίχου», το αίτημα για «έξοδο προς μια πραγματική επαναμάγευση του ποιητικού λόγου» (Νάσος Βαγενάς, Ποιον ενδιαφέρει η ποίηση σήμερα;, ΤΟ ΒΗΜΑ, 18-5-2003).

Ως βήμα προς αυτή την κατεύθυνση νοείται και η απενοχοποιημένη επαναφορά της έμμετρης προσωδίας στο ποιητικό οπλοστάσιο, ο χειρισμός και η μετάπλασή της. Το σονέτο, βέβαια, του Βαγενά παραβαίνει συνειδητά το γράμμα των μετρικών κανόνων και διατυπώνει ποιητική πρόταση με τον πρώτο λόγο στο νόημα.

Το διττό προοίμιο («Δον Κιχώτης» και «Αϊνστάιν») μας προϊδεάζει, ως αλληγορία του ποιητή που βλέπει «…το μηδέν με το άπειρο ένα» και βιώνει «…την τερηδόνα / της αρετής, το αιμορρόημα / του ωραίου…».

Η συλλογή διαβάζεται και ως αλυσίδα επιταφίων, ως διαδοχή δεκατετράστιχων κριτικών σημειωμάτων∙ δίχως όμως να απουσιάζει η αίσθηση ότι ο Βαγενάς –με γνήσια θέρμη και υποδόρια ειρωνεία– συμπάσχει, καθώς, βαθύς και λυρικός, συνθέτει σπονδυλωτά και ανατέμνει τη φυσιογνωμία του πολλαπλού ποιητικού εγώ: ο ποιητής «ζώντας το νόημα [βλέπει] καθαρά το πράγμα», εποπτεύει ανήσυχος τον χώρο που μεσολαβεί ανάμεσα στον εντός του κόσμο και στον κόσμο γύρω του, μαθαίνει, πικρά, ότι ο Χρόνος πρέπει να τραφεί με σάρκα, για να θρέψει, με τη σειρά του, τον λόγο. Μακριά, πάντοτε μακριά από τις «λέξεις που έχουν λήξει».

Έτσι λοιπόν, στα θολά, ρηχά, νερά του αντιποιητικού κόσμου, καταπλέει μια συλλογή που διαλέγεται τολμηρά με την παράδοση, που δοκιμάζει τη μορφή και δοκιμάζεται, που επιστρέφει στις ρίζες της σύγχρονης ποίησης, για να τις αποδώσει ανανεωμένες στο σήμερα.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 511, σελ. 54]