Skip navigation

Monthly Archives: Νοέμβριος 2010

Χριστόφορος Λιοντάκης, Στο τέρμα της πλάνης,

Καστανιώτης, 2010

 

Οδοιπόρος στον δύσβατο δρόμο της δημιουργίας, ο Χριστόφορος Λιοντάκης (γ. 1945) φτάνει στον έβδομο σταθμό του, Στο τέρμα της πλάνης. Τίτλος που επιτρέπει δύο αναγνώσεις: βρισκόμαστε στην ολοκλήρωση της μακρόχρονης περιπλάνησης αλλά και στο τέλος της αυταπάτης.

«Θυμῷ μάχεσθαι χαλεπόν, ὃ γὰρ ἂν θέληι, ψυχῆς ὠνεῖται» (Ηράκλειτος, απ. 85) διαβάζουμε στο μότο της συλλογής. Η διαπάλη αυτή διατρέχει ως Leitmotiv τη συλλογή στα τρία της μέρη: «Απολογητικά», «Αφιέρωση» και «Τρία ποιήματα για την εξαγορά του φόβου».

Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής, λεπτουργός της τέχνης του υπαινιγμού, πλάθει έναν κόσμο ενσαρκωμένο στο εναργές και επώδυνο απόσταγμα της παρατήρησης, της ένδον και της εξωτερικής, που συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Ορίζοντας εδώ είναι η επίφοβη κοσμική ισορροπία μιας ευλάβειας ερωτικής. Η πόλη, από τα ερείπια του κλασικού παρελθόντος έως τους πάγκους της λαϊκής αγοράς, εξυψώνεται σε ποιητικό περιβάλλον, σκηνικό στο μυητικό ταξίδι του δύσκολου έρωτα, τοπίο εμποτισμένο σε μια διάχυτη αίσθηση ηδύτητας.

Στο δεύτερο μέρος καταδύεται, σπαραχτικός, στο σύμπαν του αίματος, επιστρέφει στο ταπεινό προσκύνημα της παιδικής ηλικίας, στο πένθος για προσωπικούς νεκρούς και ιδιωτικές μνήμες.

Τη συλλογή ολοκληρώνουν τρεις εκτενέστερες συνθέσεις. Φωνές –και τυπογραφικά– διακριτές συνυφαίνονται σε μια περιεκτικά υπερβατική αφήγηση της πραγματικότητας.  Επιστέγασμα της συλλογής, το «Εξιλαστήριο» ζωντανεύει έναν κόσμο περιθωριακό. Ο μύθος του Ηρακλή, στην ευριπίδεια εκδοχή του, συνδέεται και αντιδιαστέλλεται μ’ ένα σκηνικό αγοραίου έρωτα, τοποθετημένο στον εξίσου μυθικό χώρο του αθηναϊκού κέντρου. Οι λέξεις επιβάλλουν την εσωτερίκευσή τους ως εικόνων, σε μια αλληγορία του φύλου και της φύσεώς του, μέσα από το πολυσήμαντο ποιητικό σύμβολο του Ηρακλή: είναι ο νικημένος άνδρας.

Πολύμορφος και καρποφόρος ο διάλογος του Λιοντάκη με τα διακείμενά του: εδώ συνυπάρχουν ο Καβάφης με τον Παπαδιαμάντη, η σεφερικής θερμοκρασίας αρχαιογνωσία με την καλολογία του ελληνιστικού επιγράμματος και την εικονοληψία μορφών που μοιάζουν ανασυρμένες από την ανθρωπογεωγραφία του Τσαρούχη. Η γλώσσα του, λόγια και έντεχνη, αντλεί τις αποχρώσεις της από όλες τις περιόδους της Ελληνικής.

Φορώντας την «άβυσσον ως ιμάτιον», ακροβατώντας ανάμεσα στο ρητό και το αποσιωπημένο, το ορατό και το αθέατο, ο ποιητής εγκιβωτίζει την προσωπική του ματιά στον ερμητικό κόσμο των λέξεων που επιζητούν την αποκρυπτογράφησή τους.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512, σελ. 58]
Advertisements

Ξάνθος Μαϊντάς, Οι δρόμοι της Φαϋττού, Πλανόδιον, 2009

Ευχάριστη έκπληξη προκαλεί η δεύτερη συλλογή του Ξάνθου Μαϊντά (γ. 1950) – προηγήθηκε η Νυχτερινή Άσκηση (Πλανόδιον, 2004). Οι δρόμοι της Φαϋττού[1] περιέχουν είκοσι τρία ποιήματα, που λειτουργούν, χωρίς να χάνουν την αυτοτέλειά τους, ως μια σπονδυλωτή, πολύπτυχη ποιητική σύνθεση.

Το σκηνικό τοποθετείται στην επαρχιακή Ελλάδα των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων και θυμίζει ταυτόχρονα την ακατέργαστη τραχύτητα της λαϊκής ζωγραφιάς και τη στιλπνότητα ενός κινηματογραφικού πλάνου. Οι μορφές του Μαϊντά, στιβαρές σαν αγάλματα, μοιάζουν μέλη του χορού στην τραγωδία της ιστορίας και αφήνουν τα αποτυπώματα της εμφύλιας θλίψης στη γεωλογία του τόπου.

Στην αρχιτεκτονική των στίχων, οι λέξεις, κρυστάλλινα διαυγείς σαν να αναβλύζουν από το υπέδαφος, μετατρέπονται σε σύμβολα της καθημερινότητας που ανάγεται σε ποίηση. Οι διηγήσεις, συμπληρωματικές μεταξύ τους, ανασύρονται από τη μνήμη, συνειρμικά οριοθετημένες στο χώρο και στο χρόνο∙ τα νερά και τα δέντρα, δείκτες μιας γραφής που διαλέγεται δημιουργικά με το δημοτικό τραγούδι, αποπνέει την ατμόσφαιρά του, αλλά δεν εκβιάζει τη συγγένεια αυτή με την ευκολία μιας επιφανειακής μορφολογίας.

Διαβάζοντας ένα προς ένα τα ποιήματα, παρατηρούμε τη χειρουργική ένταξη των γεγονότων στην ερειπωμένη επικράτεια του παρελθόντος. Εκεί, οι αναμνήσεις ονοματίζονται και προσωποποιούνται σαν σπαραχτικά στιγμιότυπα της ζωής που συνθλίβεται από τις συμπληγάδες της ιστορίας: η πρωθύστερη νοσταλγία, τα ρήγματα στη γενέθλια γη, ο κατακερματισμός της χρονικής αλληλουχίας, η προσδοκία της ματαιωμένης μετάβασης, το άλογο «άμοιρο μπροστά στους καιρούς / και το αίμα που οσφραίνονταν» και μια μισοφαγωμένη «φέτα μαύρο ψωμί με ζάχαρη».

Θα δούμε ακόμα να συνυπάρχουν αρμονικά επιμέρους στοιχεία όπως είναι ο επεξεργασμένος αρχαίος μύθος («Το πρόσωπο της Θέτιδας»), ένας τόνος καβαφικής θερμοκρασίας («Το τραύλισμα της Θύρας 13») και η λαϊκή παράδοση, με τη διαμεσολάβηση της ηθογραφίας του Καρκαβίτσα («Σαν το γιούσουρι» και αλλού).

Ο Μαϊντάς πλάθει συγκλονιστικές εικόνες, νηφάλια διατυπωμένες σε μια χαμηλόφωνη, συναισθηματικά φορτισμένη, αφήγηση, προκειμένου να μιλήσει για τον άνθρωπο, τη βίωση της οριακής εμπειρίας, το τραύμα της ιστορίας, τον πόνο που εγγράφεται στα κύτταρά μας∙ μέσα από μικρές προσωπικές ιστορίες προκύπτει μια ποίηση πολλών διαστρωματώσεων, ένα δράμα οικουμενικών διαστάσεων.


[1] Το σημερινό χωριό Ζάρκο στο δήμο Φαρκαδόνας του νομού Τρικάλων.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512, σελ. 59]