Skip navigation

Χριστόφορος Λιοντάκης, Στο τέρμα της πλάνης,

Καστανιώτης, 2010

 

Οδοιπόρος στον δύσβατο δρόμο της δημιουργίας, ο Χριστόφορος Λιοντάκης (γ. 1945) φτάνει στον έβδομο σταθμό του, Στο τέρμα της πλάνης. Τίτλος που επιτρέπει δύο αναγνώσεις: βρισκόμαστε στην ολοκλήρωση της μακρόχρονης περιπλάνησης αλλά και στο τέλος της αυταπάτης.

«Θυμῷ μάχεσθαι χαλεπόν, ὃ γὰρ ἂν θέληι, ψυχῆς ὠνεῖται» (Ηράκλειτος, απ. 85) διαβάζουμε στο μότο της συλλογής. Η διαπάλη αυτή διατρέχει ως Leitmotiv τη συλλογή στα τρία της μέρη: «Απολογητικά», «Αφιέρωση» και «Τρία ποιήματα για την εξαγορά του φόβου».

Στην πρώτη ενότητα ο ποιητής, λεπτουργός της τέχνης του υπαινιγμού, πλάθει έναν κόσμο ενσαρκωμένο στο εναργές και επώδυνο απόσταγμα της παρατήρησης, της ένδον και της εξωτερικής, που συμπλέκονται αξεδιάλυτα. Ορίζοντας εδώ είναι η επίφοβη κοσμική ισορροπία μιας ευλάβειας ερωτικής. Η πόλη, από τα ερείπια του κλασικού παρελθόντος έως τους πάγκους της λαϊκής αγοράς, εξυψώνεται σε ποιητικό περιβάλλον, σκηνικό στο μυητικό ταξίδι του δύσκολου έρωτα, τοπίο εμποτισμένο σε μια διάχυτη αίσθηση ηδύτητας.

Στο δεύτερο μέρος καταδύεται, σπαραχτικός, στο σύμπαν του αίματος, επιστρέφει στο ταπεινό προσκύνημα της παιδικής ηλικίας, στο πένθος για προσωπικούς νεκρούς και ιδιωτικές μνήμες.

Τη συλλογή ολοκληρώνουν τρεις εκτενέστερες συνθέσεις. Φωνές –και τυπογραφικά– διακριτές συνυφαίνονται σε μια περιεκτικά υπερβατική αφήγηση της πραγματικότητας.  Επιστέγασμα της συλλογής, το «Εξιλαστήριο» ζωντανεύει έναν κόσμο περιθωριακό. Ο μύθος του Ηρακλή, στην ευριπίδεια εκδοχή του, συνδέεται και αντιδιαστέλλεται μ’ ένα σκηνικό αγοραίου έρωτα, τοποθετημένο στον εξίσου μυθικό χώρο του αθηναϊκού κέντρου. Οι λέξεις επιβάλλουν την εσωτερίκευσή τους ως εικόνων, σε μια αλληγορία του φύλου και της φύσεώς του, μέσα από το πολυσήμαντο ποιητικό σύμβολο του Ηρακλή: είναι ο νικημένος άνδρας.

Πολύμορφος και καρποφόρος ο διάλογος του Λιοντάκη με τα διακείμενά του: εδώ συνυπάρχουν ο Καβάφης με τον Παπαδιαμάντη, η σεφερικής θερμοκρασίας αρχαιογνωσία με την καλολογία του ελληνιστικού επιγράμματος και την εικονοληψία μορφών που μοιάζουν ανασυρμένες από την ανθρωπογεωγραφία του Τσαρούχη. Η γλώσσα του, λόγια και έντεχνη, αντλεί τις αποχρώσεις της από όλες τις περιόδους της Ελληνικής.

Φορώντας την «άβυσσον ως ιμάτιον», ακροβατώντας ανάμεσα στο ρητό και το αποσιωπημένο, το ορατό και το αθέατο, ο ποιητής εγκιβωτίζει την προσωπική του ματιά στον ερμητικό κόσμο των λέξεων που επιζητούν την αποκρυπτογράφησή τους.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 512, σελ. 58]
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: