Skip navigation

Monthly Archives: Ιουνίου 2011

Ευτυχία Παναγιώτου, Μαύρη Μωραλίνα, Κέδρος, 2010


“The truth will set you free, but not until it is finished with you.”
David Foster Wallace


Η Μαύρη Μωραλίνα, δεύτερη συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου (γ. 1980) έπειτα από τον Μέγα Κηπουρό, θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο σπονδυλωτή, βιωματική σύνθεση παρά συλλογή αυτοτελών μεταξύ τους ποιημάτων.

 Πολυφωνικό χρονικό μιας εποχής που έπεται του έρωτα, τοποθετείται στη δυστοπία ενός εφιαλτικού σκηνικού, ενός χώρου που διαρκώς μετατίθεται από το νοσοκομείο στην οικογενειακή εστία, και από εκεί στη θρυμματισμένη μνήμη και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις της. Μια υπερβατική πραγματικότητα, υπόγειας δράσης, στην επικράτεια του σώματος, στον πόνο και τις πληγές του, στις χαράδρες και τους χειμάρρους του.

Με τα σύμβολά της εύπλαστα και πολυσήμαντα, η ποιητική γλώσσα, άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε –επιφανειακά τουλάχιστον– ψυχρή και κλινική, παραπέμπει στα μαθηματικά, την ιατρική, τη φιλοσοφία, αποκτά έως και ιερατική χροιά και διαλέγεται με ένα διακείμενο που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικό. Κατεξοχήν επίμονος και βαθύς είναι ο διάλογός της με τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε την κομβική επαφή της Παναγιώτου με τη ζωή και το έργο της Αμερικανίδας φωτογράφου Francesca Woodman – δική της φωτογραφία κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Σαν προοίμιο, το πρώτο ποίημα («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») μας μιλά για την ιαματική λειτουργία της γραφής, αλλά μας προϊδεάζει και για το βαρύ τίμημά της. Όλα θα γίνουν μέσω του σώματος. Εκεί διαπλέκονται ο έρωτας και η απώλειά του με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης και τη χαμένη παιδικότητα. Όλα στο σώμα επενδύονται, στα μέλη του, σε ό,τι το περιβάλλει, για να φτάσουμε τελικά στην επώδυνη συνείδηση, στην αυτοδιάθεσή του: την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Και το σώμα αυτό διαλέγεται με το σώμα του άλλου, καθρεφτίζεται στα ουράνια σώματα, διαπλέκεται με τις μνήμες, τις αισθήσεις και με τις αναμνήσεις των αισθήσεων, για να υποστεί τελικά την ίδια φθορά στην οποία είναι καταδικασμένος και ο κόσμος των άψυχων αντικειμένων: σαν να κουβαλά τις αμαρτίες της ύλης, είναι το ποιητικό εγώ που κατακερματίζεται αντί της πραγματικότητας που το περιβάλλει. Κι όμως εδώ κρύβεται μια κατάφαση: με απόλυτη συναίσθηση, πλέον, και εποπτεία, η Παναγιώτου θα επιμείνει να μιλήσει, γιατί ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική.

Καθώς πλάθει το κύριο alter ego της, τη Μαύρη Μωραλίνα, ο λόγος της, εμπύρετος, κινείται σε πολλά επίπεδα, ως αδιάκοπη ροή μιας πολυκύμαντης συνείδησης. Επεκτείνεται σε ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους, με το παρελθόν πολλαπλά εγγεγραμμένο μέσα του. Εμπεριέχει ταυτόχρονα και τις ίδιες τις αρχές βάσει των οποίων συντίθεται: η μορφή, διαβάζουμε, είναι δείκτης περιεχομένου.

Τελικά, πλέοντας κανείς κατά μήκος της Μαύρης Μωραλίνας, με μια αίσθηση ρευστότητας από ποίημα σε ποίημα, νιώθει ότι ο μόνος προορισμός θα μπορούσε να είναι η λυτρωτική αποδοχή του αιτήματος για το εμείς: το ερωτικό, το ουτοπικό, το αδικαίωτο εμείς· που όμως εδώ έρχεται και βρίσκει τελικά τη δικαίωσή του στη γραφή: ακόμη και στα βάθη της απελπισίας, όταν γράφεις κάτι γίνεται.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 7, σελ. 291-292·
εκδοχή του κειμένου είχε εκφωνηθεί στην παρουσίαση του βιβλίου (TAF, 7/2/11)]