Skip navigation

Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος, Κέδρος, 2011

Ο Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011), ένας από τους πιο ιδιαίτερους ποιητές της Μεταπολίτευσης, έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί – εικόνα, θα λέγαμε, βγαλμένη από τους στίχους του.

Κριτικός θεάτρου και δραστήριος μεταφραστής, ιδίως θεατρικών κειμένων, αρχαιοελληνικών και νεότερων, έχτισε τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια, με τη λοξή και ανόθευτη ένταξή του στον κόσμο, ένα στέρεο ποιητικό οικοδόμημα, θεμελιωμένο στον ιδιωτικό βίο και την πολύπλευρη λόγια παιδεία του.

Από το Ἐν φαντασίᾳ καὶ λόγῳ του 1975 έως και το ακροτελεύτιο Βαθέος γήρατος, το έργο του διατρέχουν θεματικοί άξονες που επαναπροσδιορίζονται και επαναδιατυπώνονται από βιβλίο σε βιβλίο: η ποιητικά μετουσιωμένη μαζική κουλτούρα, το αστικό τοπίο, η θρησκευτική δυσπιστία –που αποκορυφώθηκε σε πολεμική στην προπέρσινη συλλογή του, Ο άνθρωπος μόνος–,  η μυθολογία του οικογενειακού πυρήνα και η συγκατοίκηση με τον θάνατο – οι τελευταίοι δύο είναι εκείνοι που κυριαρχούν στο Βαθέος γήρατος.

Η συλλογή μπορεί να διαβαστεί ως αποχαιρετισμός στη μητέρα του ποιητή που και αυτή πέθανε πρόσφατα σε πολύ προχωρημένη ηλικία – εξ ου και ο τίτλος. Η μητρική μορφή εμφανίζεται συχνά στην ποίηση του Βαρβέρη· εξάλλου ο αποχωρισμός έχει προ πολλού προδιαγραφεί – βλ. το «Πρωθύστερο για σένα» από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει (1986).

Το βιβλίο όμως αυτό αποδείχθηκε και πολλαπλός αποχαιρετισμός και του ίδιου του Βαρβέρη, στη ζωή και στην ποίηση. Τραγική ειρωνεία; Ίσως για τον ανυποψίαστο αναγνώστη· διότι ο δημιουργός, με γνώση πρόωρη, ίσως εξ αρχής, είχε κατακτήσει την έκφραση του υπαρξιακού μειδιάματος. Το ύφος, σαν μουσική δωματίου, ακούγεται μεστό και ακριβές, με τη στιλπνότητα της κατακτημένης ωριμότητας.

Στα εβδομήντα τέσσερα, σύντομα κατά κύριο λόγο, ποιήματα του βιβλίου, βλέπουμε να συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλης του της πορείας: μονοθεματικός και ανοιχτός την ίδια στιγμή σε πάμπολλες παραλλαγές, με υπομνήσεις καβαφικές και την έκδηλη παρουσία του θανάτου, η προβολή του οποίου επισκιάζει τη ζωή. Τα γηρατειά, η φθορά του σώματος, τα αντικείμενα που θυμίζουν κτερίσματα, μια ακινησία οικιακή που επιτρέπει να ακουστεί και το παραμικρό θρόισμα των συναισθημάτων, η συγγένεια, τέλος, άλλοτε στις τρυφερές σκηνές της πένθιμης καθημερινότητας, άλλοτε με μια κάποια –ενσυνείδητη– νοσηρότητα: «Έλα όχι, μη φοβάσαι, ποίημα ήταν,/ μη φοβάσαι».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 521, σελ. 54]
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: