Skip navigation

Monthly Archives: Δεκέμβριος 2011

Ο Αργύρης Χιόνης, γεννημένος το 1943, μετράει ήδη σαράντα τέσσερα χρόνια από την πρώτη του ποιητική συλλογή, Απόπειρες φωτός. Ποιητική φωνή χαρακτηριστική, με κύριο γνώρισμά της τον λυρικό στοχασμό, δοκιμάστηκε τα τελευταία χρόνια, με ιδιαίτερη επιτυχία, και στον πεζό λόγο. Κυκλοφόρησε πρόσφατα, από τις Εκδόσεις «Γαβριηλίδης», η δωδέκατη ποιητική συλλογή του με τον τίτλο Ό,τι περιγράφω με περιγράφει. Με αυτή την αφορμή, συναντηθήκαμε και συνομιλήσαμε μαζί του, σε μια από τις σύντομες επισκέψεις του στην Αθήνα – ζει μόνιμα, εδώ και χρόνια, στο ορεινό χωριό Θροφαρί της Κορινθίας. Άνθρωπος ζεστός, έμφυτα ευγενής, σμιλεμένος από τον τόπο και τον καιρό, ένας αναχωρητής πάντοτε συντονισμένος με τον κόσμο.

«Ό,τι περιγράφω με περιγράφει». Πείτε μας δυο λόγια για τον τίτλο του πρόσφατου βιβλίου σας.

Στα ποιητικά βιβλία μου έδινα, πάντα, τίτλους που εμπνέονταν είτε από το πιο σημαδιακό, κατά την άποψή μου, ποίημα είτε από την πιο χαρακτηριστική ενότητα ποιημάτων της εκάστοτε συλλογής. Αυτή τη φορά, ωστόσο, αποφάσισα να διαλέξω έναν τίτλο που να καλύπτει όχι μόνο το παρόν βιβλίο, αλλά και όλο το προηγούμενο, καθώς και όλο το επόμενο, ελπίζω, έργο μου. Στα 67 μου χρόνια, έχω πλέον συνειδητοποιήσει πως, από τα πρώτα ποιήματά μου μέχρι σήμερα, δεν έχω κάνει τίποτε άλλο από το να αυτοβιογραφούμαι. Ό,τι, λοιπόν, αφηγούμαι με αφηγείται και ό,τι οριοθετώ με οριοθετεί. Αυτές είναι δύο από τις έννοιες του ρήματος «περιγράφω».

 

Το βιβλίο συνοδεύεται από CD με απαγγελία, καθώς και μελοποίηση ποιημάτων. Η ποίηση: ανάμεσα στον λόγο και την εκφορά του, στην όραση και την ακοή;

Πάντα πίστευα ότι η ποίηση (εκτός από αυτή που αποκαλούμε «ποίηση γραφείου», δηλαδή κατασκευή) πρέπει να διαβάζεται φωναχτά. Τους αγαπημένους μου ποιητές έτσι τους διαβάζω, μόνος μου, στο σπίτι,  έτσι διαβάζω και τα ποιήματά μου την ώρα που τα γράφω, στίχο τον στίχο, για να ελέγχω τη μουσική τους. Ήταν, λοιπόν, ευχής έργο που ο φίλος μου ο Σάμης [Γαβριηλίδης] δέχτηκε να συνοδεύσουμε αυτό το βιβλίο με απαγγελίες του μεγαλύτερου μέρους του. Ευχής έργο ήταν επίσης να αναλάβουν τη μελοποίηση δύο ποιημάτων οι αγαπημένοι φίλοι μου Νίκος Ζούδιαρης και Φοίβος Βλάχος, και να τραγουδηθεί, το πρώτο, από τον Χρήστο Θηβαίο με τη θαμπή ασημοκαπνισμένη φωνή του.

 

«Πέρασε τη ζωή του,/ γράφοντας ποιήματα/ με τη γομολάστιχα». Στη δωδέκατη, πλέον, συλλογή σας, με το διαυγές απόσταγμα του αναστοχασμού. Πώς βλέπετε εκ των υστέρων την πορεία της γενιάς σας; Πώς βιώνετε πλέον την ποιητική εμπειρία;

Η γομολάστιχα ευθύνεται όσο και το μολύβι για ό,τι έχω γράψει μέχρι στιγμής. Πάσχιζα και πασχίζω ακόμη να είμαι όσο μπορώ πιο λιτός, πιο περιεκτικός∙ επομένως, το μολύβι έγραφε και η γομολάστιχα έσβηνε, επί 55 χρόνια. Όσο για την πορεία της γενιάς μου, δεν ξέρω τι να σας πω, γιατί δεν πιστεύω στις ποιητικές γενιές ή γιατί πιστεύω ότι οι γενιές είναι μια επινόηση επιτηδείων, όπως αυτές που γίνονται για την προώθηση ενός νέου απορρυπαντικού ή μιας πιο σύγχρονης ηλεκτρικής συσκευής. Η ποίηση είναι μία, διαρκής και αδιαίρετη, και όποιος την υπηρετεί σωστά δεν χρειάζεται την κάλυψη των «γενεών».

 

Στο ενεργητικό σας έχετε και σημαντικές μεταφράσεις. Τι σημαίνει για σας η μεταφραστική διαδικασία, ιδίως σε ό,τι άφορα την ποίηση;

Δεν ξέρω αν είναι σημαντικές οι μεταφράσεις μου. Το μόνο που ξέρω είναι ότι, όταν δεν τις έκανα για βιοπορισμό (έχει συμβεί και αυτό), επέλεγα ποιητές που τους θεωρούσα συγγενείς μου, κάτι σαν αδελφούς μου, και, ως εκ τούτου, προσπαθούσα πάντα να μην τους προδώσω. Η μεταφραστική διαδικασία, πάντως, είναι μια μοναδική εμπειρία. Είναι ένα είδος ερωτικής σχέσης με το πρωτότυπο τόσο βαθιάς και ουσιαστικής, που δεν θα σου περνούσε ποτέ απ’ το μυαλό να δώσεις, στο αντικείμενο του έρωτά σου, υποσχέσεις που δεν θα μπορούσες να κρατήσεις.

 

Μιλούμε συχνά για έναν «αντιποιητικό κόσμο». Πώς βλέπετε την ποίηση σήμερα; Αισιοδοξείτε για το μέλλον της; Τι ρόλο θα θέλατε να παίζει στην εποχή μας;

Δεν υπάρχει «αντιποιητικός κόσμος», επειδή, απλούστατα, δεν υπάρχει ούτε «ποιητικός κόσμος». Η ποίηση είναι μια πολύ μοναχική ενασχόληση. Ένας άνθρωπος, κλεισμένος ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους, γράφει στίχους, επιδιώκοντας, μέσω της τέχνης, παραμυθία για το παράλογο της ύπαρξης και για τον τρόμο του θανάτου. Κάποιοι άλλοι, που έχουν την ίδια ανάγκη για παραμυθία, αλλά δεν διαθέτουν το χάρισμα της έκφρασης, προσφεύγουν στους στίχους αυτούς και, στην ιδανική περίπτωση, ταυτίζονται με τον ποιητή και γίνονται, έτσι, συνδημιουργοί. Δεν είναι πολλοί αυτοί, ποτέ δεν ήσαν, αλλά είναι εκλεκτοί, γι’ αυτό και αισιοδοξώ για το μέλλον της ποίησης.

Ο ρόλος που θα ’θελα να παίζει η ποίηση, είναι ο ρόλος που πάντα έπαιζε∙ αυτός του θεματοφύλακα της γλώσσας. Και είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσει να τον παίζει, αν πάψουμε να τη στραμπουλίζουμε, στο όνομα κάποιων θνησιγενών –ισμών.

 

Βρυξέλλες – Θροφαρί Κορινθίας: μια πορεία από τις μεγαλουπόλεις της Δύσης προς έναν συνειδητό, όχι όμως απόκοσμο, αναχωρητισμό. Τι αναζητήσατε, τι βρήκατε, τι ψάχνετε ακόμα;

Για την ακρίβεια, Αθήνα, Παρίσι, Άμστερνταμ, Βρυξέλλες, Θροφαρί. Στο μεσοστράτι επάνω της ζωής μου, δηλαδή στα 49 μου χρόνια, αποφάσισα να εγκαταλείψω το σκοτεινό ρουμάνι των μεγαλουπόλεων και να εγκατασταθώ σ’ αυτό το μικρό, φωτεινό χωριό που ο Άγγελος Σικελιανός και ο Αστέρης Κοβατζής έχουν αποκαλέσει «μπαλκονάκι της Κορινθίας». Αυτό δεν σημαίνει ότι είμαι αναχωρητής. Απλώς, παρακολουθώ, εξ αποστάσεως, τα τεκταινόμενα στις μεγαλουπόλεις και μετέχω, εκ του σύνεγγυς, στα εδώ τεκταινόμενα, δηλαδή στην καλλιέργεια της γης, στη συγκομιδή των καρπών, στην εκλογή παρέδρου και δημάρχου, στη διαδοχή των εποχών και στη, δυστυχώς, αμετάκλητη, αλλά, ευτυχώς, ειρηνική ροή του χρόνου.

Αυτό που ψάχνω ακόμη, αλλά σίγουρα δεν θα το βρω, είναι ο τέλειος στίχος.

Αυτή η αναζήτηση δεν είναι και η μόνη ουσία της ποίησης; Σας ευχαριστώ πολύ.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 513, σελ. 32-34]
Advertisements

Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,

Γαβριηλίδης, 2010

 

Δωδέκατη συλλογή για τον Αργύρη Χιόνη (γ. 1943), έξι χρόνια έπειτα από την προηγούμενη ποιητική του κατάθεση (Στο υπόγειο, Νεφέλη, 2004).

Εντατική και πολύπλευρη η ενδιάμεση λογοτεχνική του δραστηριότητα: μεταξύ άλλων, ο Χιόνης εξέδωσε συγκεντρωμένο το ποιητικό του έργο από το 1966 έως το 2000 (Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη, 2006), μετέφρασε ξένη ποίηση (Nicanor Parra, Ποιήματα επείγουσας ανάγκης, Γαβριηλίδης, 2008), δημοσίευσε παλαιότερά του θεατρικά μονόπρακτα (Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες, Κίχλη, 2009), ενώ καλλιέργησε με ιδιαίτερη επιτυχία, αποτυπωμένη και σε βραβεύσεις, και τη φόρμα του σύντομου πεζογραφήματος.

            Η «νεανική» αυτή δημιουργική ορμή, φανέρωση μιας φωνής ιδιαίτερης και χαρακτηριστικής, ενταγμένη βέβαια στον τρόπο της ωριμότητας, δεν τον εγκαταλείπει ούτε στο νέο του βιβλίο. Ο τίτλος, που μπορεί να διαβαστεί ως αισθητική αρχή και διακήρυξη ποιητικής, καθορίζει το επίπεδο του στοχασμού και τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με τα θέματά του. Κατά κάποιον τρόπο, το Ό,τι περιγράφω με περιγράφει αναφέρεται σε ολόκληρο το έργο του Χιόνη, οριοθετώντας το αντικείμενο της αφήγησής του από βιβλίο σε βιβλίο: μια οιονεί αυτοβιογραφία εν εξελίξει, πολυπρόσωπη και ποικιλόμορφη.

 Την έκδοση συνοδεύει CD, όπου ο ποιητής απαγγέλλει μεγάλο μέρος του βιβλίου, ενώ έχουν μελοποιηθεί και δύο ποιήματα, «Ο τζουτζές» από τον Νίκο Ζούδιαρη, σε ερμηνεία του Χρήστου Θηβαίου, και «Ο στρατηλάτης» σε σύνθεση και ερμηνεία του Φοίβου Βλάχου. Υπογραμμίζεται έτσι η σχέση του λόγου με την εκφορά του, η πρόσληψη της ποίησης και με την όραση και με την ακοή.

Στα πέντε μέρη που αποτελούν το βιβλίο, ο Χιόνης ενσωματώνει μορφικά στοιχεία τόσο από τον έμμετρο στίχο, όσο και από τον πεζό λόγο. Η ποιητική εμπειρία βιώνεται εδώ ως εξίσου λογοτεχνική και φιλοσοφική∙ ο στοχασμός γίνεται άσκηση ποιητικής και η ποίηση μια φιλοσοφία της ματαιότητας.

Η πρώτη ενότητα, τα «Προσωπεία», περιγράφει, θα λέγαμε, και επικαλείται διαφορετικές εκδοχές του ίδιου του ποιητή. Πλάθονται φυσιογνωμίες που προσδιορίζουν και την πολιτική διάσταση του κειμένου, με τη μορφή της παραβολής ή με την καβαφική ειρωνεία.

Στις «Εκδοχές του τέλους», που είναι γραμμένες σε πεζό λόγο βαθιάς συμπύκνωσης, αναδεικνύεται –ανάμεσα στη σιωπή και τη μουσική– η αντιπαράταξη στον θάνατο με νηφαλιότητα και τσεχοφικό μειδίαμα, ενώ οι «Προσευχές» συνιστούν μια θεολογία του συναισθήματος, εμποτισμένη με τους τόνους γήινης και ανεπιτήδευτης τρυφερότητας.

Τα «Ιδεογράμματα Β΄», άσκηση ύφους από το χαϊκού στο τάνκα, καταγράφουν, με λόγο λιτό και ελλειπτικό, λυρικό και παιγνιώδη, οδηγίες χρήσεως του βίου και της τέχνης. Τέλος, στην πέμπτη ενότητα, με τον τίτλο «Παίγνια και σάτιρες», ο Χιόνης επικοινωνεί διακειμενικά με την παράδοση του σατιρικού λόγου, αυτοσαρκάζεται και αναστρέφει τολμηρά τους μύθους αυτού του κόσμου.

Ο ποιητής κάνει τον απολογισμό του και στοχάζεται, με διαυγές βλέμμα και πνεύμα. Ο στοχασμός αυτός υπερβαίνει το ποιητικό αντικείμενο, δίχως όμως να το στερεί από τους χυμούς του. Με λυρισμό προσωπικό και ανένταχτο, συνθέτει τα «εις εαυτόν» του, εκείνος που «πέρασε τη ζωή του,/ γράφοντας ποιήματα/ με τη γομολάστιχα».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 8, σελ. 289-290]

Έλενα Χουζούρη, Οι τρυφεροί άντρες και τα άλλα ποιήματα, Κέδρος, 2011

 Παυλίνα Παμπούδη, Το σπίτι στους 40 δρόμους, Ροές, 2011

 Ευριπίδης Γαραντούδης, Ονειρεύτηκα τη Genova, Μελάνι, 2011

 

Αν κάτι ενώνει, παρ’ όλες τις διαφορές τους, τα τρία ποιητικά βιβλία που θα συνεξετάσουμε εδώ, είναι ότι δεν αποτελούν «συλλογές» με τη στενή έννοια του όρου· δεν πρόκειται δηλαδή για μια ευκαιριακή συνάθροιση ποιητικής ύλης, αλλά για κείμενα που φανερώνουν ένα ευρύτερο σχέδιο, μια αρχιτεκτονική, θα λέγαμε, που απαιτεί συνεπακόλουθα και την αντίστοιχη αναγνωστική προσέγγιση.

Στην περίπτωση της Έλενας Χουζούρη, πρόκειται για τη συγκεντρωτική έκδοση του έως τώρα ποιητικού της έργου. Προτού στραφεί με επιτυχία στο μυθιστόρημα, δημοσίευσε –από το 1981 έως το 1999– έξι ποιητικές συλλογές. Διαβάζοντάς τις διαδοχικά, σε στενή αλληλουχία, παρατηρούμε να τις διατρέχουν έντονες γραμμές, διακριτές, στον ποιητικό τρόπο και τη θεματική της. Παρακολουθούμε την εξέλιξη της ποιητικής της φωνής· εξαρχής εκδηλώνεται η περιγραφική ενάργεια με την οποία αποδίδονται οι μικρές ποιητικές αφηγήσεις, με τη μνήμη εγκιβωτισμένη και την προσωπική ιστορία ως υπόστρωμα.

Κεντρικό θέμα γίνεται ο έρωτας, με τα πολλά του πρόσωπα, από τις πιο τρυφερές εκδοχές του μέχρι την άγρια, σαρκική του υπόσταση και τους διαχρονικούς του μύθους. Η αφηγηματικότητα της Ιστορίας εμποτίζεται με την ηδύτητα του μεστωμένου λόγου και τα σπαράγματα της ενόρασης, όπως προκύπτουν μέσα από την περιπλάνηση στο αστικό τοπίο, συμπλέουν με το βαθύτερο υπαρξιακό καταστάλαγμα. Υπαγορευμένη, με βάση τη συγγραφέα, από μια «αίσθηση ποιητικής αυτοσυντήρησης», η έκδοση αυτή μάς επιτρέπει να ξαναδούμε και να επανεκτιμήσουμε ένα ποιητικό έργο στην αυτάρκεια της ολότητάς του.

Για την Παυλίνα Παμπούδη, που καταθέτει εδώ το δέκατο έκτο ποιητικό της βιβλίο, ο τρόπος παίρνει τη μορφή της εκτεταμένης και σπονδυλωτής ποιητικής αφήγησης. Συνεχίζοντας στο ύφος των πρόσφατων συλλογών της, μοιάζει εδώ να αυτοβιογραφείται. Η νοσταλγική –μεταφυσική σχεδόν– παρατήρηση διατυπώνεται με λακωνική ελλειπτικότητα, στον ορίζοντα του στοιχειώδους. Ο στίχος είναι σύντομος, ενίοτε και μονολεκτικός, με καλή αίσθηση του ρυθμού και αβίαστη ποιητικότητα.

Την πρωτοκαθεδρία έχει η μνήμη· ο ποιητικός λόγος στρέφεται προς τα πίσω και προς τα μέσα, απευθύνεται στο παρελθόν και ανήκει στην επικράτειά του. Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η μέθοδος της Παμπούδη: σαν να «κυκλώνει σημεία/ σε παλίμψηστο χάρτη», το ποιητικό εγώ περιηγείται στην οικιακή γεωγραφία, επισκέπτεται δωμάτια, συνομιλεί μαζί τους και με ό,τι περιέχουν. Οι κάποτε κατοικημένοι χώροι ζωντανεύουν και η αφήγηση, σαν παραμύθι, μας αποκαλύπτει τους αρμούς και τα θεμέλιά της.

Τέλος, στη δεύτερη ποιητική του κατάθεση, ο Ευριπίδης Γαραντούδης, πανεπιστημιακός δάσκαλος νέας ελληνικής φιλολογίας στο Ε.Κ.Π.Α., «σκηνοθετεί» τον θίασο μιας πολυφωνικής σύνθεσης. Το βιβλίο αποτελείται από εξήντα δύο ποιήματα σε πέντε ενότητες: «Δέκαθλο», «Ο γύρος του θριάμβου», «Μ (Έπταθλο)», «Ψάμμυθος» και «Ιντερμέδια».

Οι συνεχείς εναλλαγές σε ύφος και θεματολογία, καθώς και ο ενσωματωμένος –ζωτικός και ζωντανός– διακειμενικός διάλογος, λειτουργούν ως περιπλάνηση στον κόσμο, εσωτερικό και εξωτερικό. Η πλούσια μορφική ποικιλία, σε «είδος μειχτό, αλλά νόμιμο», αγγίζει εποχές και περιοχές της ζωής και της ποίησης· η έμμετρη φόρμα συνυπάρχει αρμονικά με τον ελεύθερο στίχο και τον συμπληρώνει.

Με ψυχραιμία στην έκφραση, η οποία όμως εμπεριέχει και προϋποθέτει το ακέραια βιωμένο συναίσθημα σε όλες του τις αποχρώσεις, ο έντεχνος ποιητικός αναστοχασμός του Γαραντούδη, σαν ενσαρκωμένο κειμενικό σώμα, διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τον έρωτα και την ανάμνησή του, τον αποχωρισμό και την αποτύπωση της συντελεσμένης ομορφιάς.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524, σελ. 84-85]