Skip navigation

Category Archives: Κριτική

Πάνος Κυπαρίσσης, Φως ορυχείου, Μελάνι 2011

 

Φως ορυχείου«Δύσκολο» φως, επισφαλές και αναντικατάστατο, ζωτικό και ζωογόνο: Φως ορυχείου. Έτσι τιτλοφορεί τη δέκατη ποιητική συλλογή του ο Πάνος Κυπαρίσσης (γ. 1945), συνεπής και σταθερός εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς.

Καταγράφοντας, υπό το φως αυτό, «λάμψεις ζωής αλλά και την απώλεια στις πιθανές εκφάνσεις της», ο ποιητής μοιάζει σαν να εξορύσσει, μεθοδικά και πεισματικά, το πολύτιμο μετάλλευμα της μνήμης. Από τη μνήμη αντλεί τη θεματική του, καθώς και από την επικράτεια του μύθου, τόσο στις αρχαιοελληνικές αναφορές του, όσο και στις μυθοποιημένες εκδοχές του ιδιωτικού χώρου και της προσωπικής αναθύμησης.

Μπορούμε να διακρίνουμε στη γραφή του τα στοιχεία μιας ποιητικής που συνδέεται με την εντοπιότητα και την καταγωγή, που πραγματεύεται το θέμα ενός ενδότερου νόστου και τον ανάγει, με τις δημοτικές υπομνήσεις αλλά και την απερίφραστη λιτότητα του ελεύθερου στίχου, σε ύλη βαθιά βιωματική και αφηγημένη. Έχοντας πίσω του μια ενήλικη ζωή με σκηνικό υπόβαθρό της την καθημερινότητα του μεγάλου αστικού κέντρου, ο ποιητής θυμάται, διαλέγεται με την παιδική του ηλικία και συνομιλεί με το αίμα και με τον τόπο του.

Εκτός από μετάλλευμα, η μνήμη αναδεικνύεται και η ίδια σε φως που καθιστά ορατό τον κόσμο και του δίνει σχήμα. Προκειμένου να αποδώσει κάτι που γίνεται αντιληπτό ως τέλος εποχής, ο Κυπαρίσσης αγγίζει και την Ιστορία, ιδίως των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, μέσα από τη μικρή κλίμακα που διεκδικεί τη φωνή της στον λόγο του βιώματος και της μαρτυρίας, εδώ που «όλα τα μουσεία θάνατο δείχνουν».

Σχολιάζεται ακόμη, με αλληγορίες και μεταφορές, και η ίδια η ποιητική διαδικασία που περιγράφεται ως βαριά χειρωναξία: ο χειρισμός των λέξεων, το μεταβαλλόμενο νόημα ή ο εκφυλισμός τους, η σημασία της σιωπής, οι υπόγειες διατυπώσεις που συζητούν τις αφορμές του πρώτου ερεθίσματος, την καταγραφή και την μετουσίωσή τους σε λόγο.

Ο χρόνος και η επίδρασή του στο σώμα, «των ανθρώπων οι ρυτίδες», καθώς «προσπαθούν να βρουν φωνή/ κι όλο βαθαίνουν», η νοσταλγία σε όλες τις διαστάσεις της, ο θάνατος, η ερωτική επιθυμία στις αποχρώσεις του φόβου και της απουσίας, η παρατήρηση του φυσικού τοπίου, όλα χωρούν εδώ, με εναλλαγές εστίασης και φωτισμού, στον προσωπικό αγώνα ενάντια στην κατάλυση της μνήμης, σε μια ποίηση, εντέλει, της ανθρώπινης εμπειρίας.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 531, σελ. 90]
Advertisements

Χάρης Βλαβιανός, Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκού, Πατάκη 2011

 

Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκούΤο χαϊκού είναι, δίχως αμφιβολία, το γνωστότερο από τα ποιητικά είδη της Άπω Ανατολής, με μακρά και πολύπλευρη παράδοση από τότε που εισήχθη και ενσωματώθηκε στη δυτική ποίηση. Πολλά είναι τα δείγματα γραφής και στην ελληνική γραμματεία, με χαρακτηριστικότερα τα «Δεκαέξι Χάι-Κάι» του Γιώργου Σεφέρη από το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Στο κομψό, μικρού σχήματος, και καλαίσθητο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού, η αυστηρή φόρμα των δεκαεπτά συλλαβών χρησιμοποιείται με πολύ ιδιαίτερο και πρωτότυπο τρόπο. Προσφέρεται δηλαδή ένα πανόραμα της δυτικής φιλοσοφίας μέσα από εκατό εκπροσώπους της, δείκτες και σταθμούς της, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Η επιλογή, όπως διευκρινίζει και ο ίδιος ο ποιητής, δεν έχει τον κανονιστικό και συστηματικό χαρακτήρα μιας «ορθόδοξης» καταγραφής· με το αυτεπάγγελτο δικαίωμά του στον σαρκασμό, την ποιητική ειρωνεία και την καλώς εννοούμενη, ανθρώπινη και αναγνωστική, μεροληψία, ο Βλαβιανός, περιδιαβάζει και υπομνηματίζει, σχολιάζει και συνομιλεί, με «ασεβές» μειδίαμα στα χείλη, αξιοποιώντας στο έπακρο τους περιορισμούς που του επιβάλλει η φόρμα.

 Έτσι, τα χαϊκού –διατυπωμένα άλλοτε σαν να απευθύνονται στους φιλοσόφους, άλλοτε σαν να εκφωνούνται από αυτούς και άλλοτε σαν τριτοπρόσωπες σημειώσεις στο περιθώριο της ιστορίας της φιλοσοφίας– συνοψίζουν αρχές και θέσεις, τις υπονομεύουν με πνεύμα, γίνονται αφορμή και «παράθυρο» στη σκέψη ή μοιάζουν, κάποτε, να εμπεριέχουν αρχές ποιητικής και τρόπου ζωής, ακόμη και αν αποσυνδεθούν από την αρχική πηγή της έμπνευσης και της αναφοράς τους.

Από αυτό το ανοιχτό και πολύμορφο πεδίο, διαβάζουμε ενδεικτικά το προς τον Ηράκλειτο (3.): «Δεν ήσουν εσύ/ που πάλι στο ποτάμι/ βούτηξε. Άλλος», απάντηση στο πασίγνωστο δς ς τν ατν ποταμν οκ ν μβαίης. Αλλού, φανταζόμαστε τον René Descartes (36.) να αναρωτιέται: «Κοιμάμαι; Μήπως/ ονειρεύομαι ότι/ τώρα σκέφτομαι;» ή τον Albert Camus (85.) να προτρέπει τον Άνθρωπο-Σίσυφο: «Θ’ αυτοκτονήσεις;/ Όχι; Τότε ν’ ανέβει/ σπρώξε την πέτρα.»

Έχοντας ήδη καταθέσει, στις αρχές της περασμένης χρονιάς, τα Σονέτα της Συμφοράς, ο Βλαβιανός αποκαλύπτει με τα χαϊκού μια ακόμη παράμετρο της ποιητικής του σκευής και ευαισθησίας. Σ’ ένα παιχνίδι κατά βάθος πολύ σοβαρό, αφήνει ως παρακαταθήκη του (62. Henri Bergson): «Στην ποιότητα/ της συγκίνησης. Σ’ αυτήν/ επικεντρώσου» και καταλήγει, με απερίφραστη απλότητα, (78. Maurice Merleau-Ponty): «Μέσα στον κόσμο/ και μόνο σ’ αυτόν να πω/ ποιος είμαι μπορώ».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 531, σελ. 88]

Κάλλια Παπαδάκη, λεβάντα στο δεκέμβρη, Πόλις 2011

λεβάντα στο δεκέμβρηΓεννημένη το 1978, με πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα τη σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων Ο ήχος του ακάλυπτου (Πόλις, 2009) που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις και απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού «Διαβάζω», η Κάλλια Παπαδάκη καταθέτει εδώ μια ποιητική συλλογή και μοιάζει σαν να ξεφυλλίζει ένα φωτογραφικό άλμπουμ αισθήσεων και αναμνήσεων.

Το μοβ χρώμα του εξωφύλλου, ταιριαστό με τον τίτλο της συλλογής, και με επίκεντρο τον πίνακα Χειμώνας 1 του εξπρεσιονιστή Philip Guston,  μας καλωσορίζει σε μια έκδοση καλαίσθητη και άρτια επιμελημένη. Η Παπαδάκη έχει επιλέξει συνειδητά να είναι όλο το κείμενό της γραμμένο με πεζά στοιχεία –θυμίζοντάς μας έτσι τον e.e. cummings– και με στοιχειώδη μόνο στίξη: σχεδόν ούτε μια τελεία, παύσεις που υπονοούνται, ανάσες που διεκδικούνται, κάτι το συνεχές και αδιάλειπτο, καθώς εκπορεύεται από την παρατήρηση και καταλήγει στην αβίαστη αποτύπωσή της.

Με γλωσσική έκφραση που άλλοτε αντλεί από λογιότερους τύπους –ίσως και καβαφικές υπομνήσεις– και άλλοτε από την ανόθευτη καθομιλουμένη, κυρίως όμως με την απερίφραστη και ανεπιτήδευτη απλότητα της συνείδησης που κοιτάζει γύρω της, αναλογίζεται και παίρνει τον λόγο, η Παπαδάκη συνθέτει σύντομες αφηγήσεις που περικλείονται στην ποιητική μορφή, αποτελώντας αφορμή για στοχασμούς με γλυκόπικρη γεύση.

Πάνω απ’ όλα, ακούμε μια φωνή αυτόνομη και τολμηρή, σε πρώτο επίπεδο, κατασταλαγμένη απέναντι στην πραγματικότητα, με μια φιλοσοφική, θα λέγαμε, θεώρηση αντλημένη από τον βαθύτερο ρεαλισμό: «το τρίξιμο/ είναι μια πόρτα μισάνοιχτη». Αυτό που υπονοείται, που κάνει φανερή την παρουσία του ως υπόστρωμα, είναι μια επείγουσα, συνειρμική και ασθμαίνουσα έκφραση, στις διαδρομές του νου, στον εφιάλτη, στον εσωτερικό μονόλογο· η φωνή που επιστρέφει στον εαυτό της και τον ραπίζει.

Η ποίηση της Παπαδάκη είναι πρωτίστως ερωτική. Διάχυτη είναι μια υψηλή θερμοκρασία σε όλες τις διαστάσεις και τις εκδοχές του έρωτα: η αναπνοή της ανάμνησης, η αίσθηση της οικειότητας των σωμάτων, η σεξουαλικότητα με τους τρόπους και τους δισταγμούς της, η εικονοπλαστική δύναμη της επιθυμίας: «μήνες τώρα σου έκανα έρωτα/ με τα χέρια που δεν έχουν αφή/ και τα χείλια που δεν κρατούν γεύση/ σ’ επινόησα και σχεδόν σ’ ερωτεύτηκα». Εδώ και η ήρεμη τρυφερότητα («και το σ’ αγαπώ μου είναι κι αυτό/ λιτή τρισύλλαβη προσευχή»), αλλά και ο αποχωρισμός, με ό,τι τον περιβάλλει. Με την πορεία του ανθρώπου μέσα στη ζωή και τις σχέσεις, καθώς αλλάζει και σμιλεύεται με τον χρόνο που περνάει, παρακολουθούμε τις συγκρούσεις και τις μετατοπίσεις του, μια ποίηση που αναθυμάται για να κοιτάξει προς τα εμπρός.

Ό,τι και να αναδεικνύεται ως θέμα της, η φύση, η πόλη των παιδικών της χρόνων, ένα νυχτερινό στιγμιότυπο, το αστικό τοπίο –«η ανέραστη πόλη»– στις λεπτομέρειές του, εντέλει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος είναι η αντίληψη του κόσμου, η θέση του ανθρώπου μέσα του, η ελάχιστη ανάγκη, η ύπαρξη που βρίσκει τον παλμό της στο ουσιώδες, στη διαδρομή μιας μέρας και μιας νύχτας, από το ένα χάραμα στο άλλο («από πριν και χωρίς τέλος»). Ακόμη και η οικονομική κρίση του καιρού μας γίνεται μια υπαρξιακή μεταφορά και εκδηλώνεται εντός της ύπαρξης, την ώρα που «μικροί κι εμείς οι πολλοί κι ανήσυχοι» ψάχνουμε όλοι τον βηματισμό μας. Κι εδώ το βλέμμα, συνειδητά λοξό, αποφαίνεται πως «επανάσταση είναι να πατάς/ πάνω στο πράσινο γρασίδι/ που κάποιοι φύτεψαν/ σε πείσμα των καιρών/ πάνω στην έρημο».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 9, σελ. 320-322]

Μάρκος Μέσκος, Ποιήματα Μαύρο Δάσος Ι & ΙΙ, Γαβριηλίδης 2011

Μαύρο Δάσος ΙΓεννημένος στην Έδεσσα το 1935, διακεκριμένος ποιητής της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς, ο Μάρκος Μέσκος συγκεντρώνει εδώ, σε δύο τόμους, το σύνολο του ποιητικού του έργου, καλύπτοντας περίπου μισό αιώνα αδιάλειπτης λογοτεχνικής διαδρομής.

Δύο σύντομα κείμενα –πεζόμορφα ποιήματα, θα λέγαμε– περικλείουν το σώμα του συγκεντρωμένου έργου, σχολιάζουν ανακεφαλαιωτικά  την ποιητική διαδικασία και λειτουργούν ως κλειδί για τη θέση του ποιητή απέναντι στη δημιουργία του.

Είναι η ποίηση, λοιπόν, κάτι που απορρέει εξίσου από την πραγματικότητα και από την υπέρβασή της («Όραση καθημερινή και όνειρα της νύχτας»), ισορροπώντας στο δίπολο που συνιστούν η «αβίωτη φαντασία και [ο] βιωμένος χώρος», η ένταξη στον κόσμο και η προσωπική ευαισθησία, σε όλες της τις αποχρώσεις.

Η σύλληψη προκύπτει «από την συγκεκριμένη αφορμή. Ένα ανθρώπινο, πάντα, γεγονός» και υπηρετεί, μέσα από τη βάσανο της επεξεργασίας, την «ανάγκη της συνομιλίας». Εντέλει, ποίηση γίνεται αυτός ο αβίαστος διάλογος, όσο και το ασυνείδητο ξεπέρασμά του: «Στην άκρη του γκρεμού η έκφραση που ξεκολλάει και είναι ζώσα».

Αυτές οι αρχές προσδιορίζουν την ποίηση του Μέσκου, την εντάσσουν στην εποχή της και στις παραμέτρους της έκφρασής της, η οποία ανοίγει σ’ ένα ευρύ πεδίο που αγγίζει πολλούς χώρους. Κυρίαρχη είναι η ιστορική διάσταση, αλλά και η συνομιλία με τη λογοτεχνική παράδοση.

Ξεκινώντας από το φυσικό τοπίο και την ύπαιθρο και παρακολουθώντας την καθημερινότητα που μεταβάλλεται, ο Μέσκος μοιάζει να είναι ένας γνήσιος ναΐφ της νεοελληνικής ποίησης, ένας δημιουργός της μικρής κλίμακας που διατυπώνει ένα ανθρωπιστικό κάλεσμα, μια απερίφραστη υπαρξιακή κραυγή. Το βίωμα βρίσκει πολλούς τρόπους να εκφραστεί και η μορφή ποικίλλει, άλλοτε έμμετρη, άλλοτε ελεύθερη, ωστόσο πάντοτε πιστή στην ευαισθησία και στον σκληρό πυρήνα της ποιητικής του.

 Όταν, εντέλει, η ποιητική πράξη θα έχει επιτελεστεί, απομένει μια περιδιάβαση στην έρημη χώρα, μια αίσθηση απελπισίας «σαν κάτι να πεθαίνει», διατυπωμένη με την τελετουργική επανάληψη της επωδού «το ποίημα τελείωσε». Είναι η βαθιά θλίψη, η αγωνία του δημιουργού που αποχωρίζεται το έργο του, είναι όμως και η ζωτική επιμονή του, καθώς δεν μπορεί να βιώσει την ποίηση παρά μόνο ως μια διαδικασία συνυφασμένη με την ίδια την ύπαρξή του· και αυτή, μαζί με το σημαντικό του έργο, είναι η παρακαταθήκη του.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 527, σελ. 62]

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, Η ανορεξία της ύπαρξης,

Καστανιώτη, 2011

Η ανορεξία της ύπαρξηςΓεννημένη το 1939 και με τη λογοτεχνική της διαδρομή να καλύπτει ήδη σχεδόν μισό αιώνα, η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ καταθέτει εδώ τον πικρό καρπό της ζωής, βιώνοντάς την μέσα από την ποιητική της σύλληψη συνυφασμένη με την αδυσώπητη φθορά της ύπαρξης.

Με την απροσποίητη ειλικρίνεια να αποτελεί το καθοριστικό προτέρημα της γραφής της, η Αγγελάκη-Ρουκ συνθέτει ποιήματα σταθερής θερμοκρασίας, τοποθετημένα στην υπαρξιακή έρημο της τρίτης ηλικίας. Η απλότητα της έκφρασης εμπεδωμένη: τόλμη λεκτική, απερίφραστη διατύπωση, ποιητικότητα που προκύπτει αβίαστα, ως στοιχειώδης άρθρωση του ένδον.

Ακολουθώντας τις μεταπτώσεις και τις αναταράξεις μιας δίκοπης εσωτερικής ζωής, παρατηρεί τον εαυτό της  και τον ανατέμνει. Η ύπαρξη, φαινομενικά μόνο κατασταλαγμένη, βρίσκεται στη διαρκή ένταση της μετάβασης, στην εκκρεμότητα ενός κόσμου που αλλάζει, καθώς αλλάζει ο τρόπος αντίληψής του. Εδώ κυριαρχούν η απόγνωση και ο φόβος· ο ποιητικός λόγος διατυπώνεται ως διαμαρτυρία.

 Ο γύρω κόσμος αντιστέκεται στις αισθήσεις και μοιάζει να συνωμοτεί. Η σαρκική επιθυμία έχει αντιστραφεί, χάνοντας την ηδύτητά της.  Στο χρονικό μιας εποχής δίχως σώμα και δίχως μέλλον, η μνήμη αντιπαραβάλλεται με το σήμερα και η ποιήτρια αναζητά τον νέο βηματισμό της: πενθεί, διαλογίζεται, αντικρίζει με αμφιθυμία το τέλος, υποκλίνεται στη «θεά Συνήθεια», παρατηρεί το αυτονόητο, χωρίς να χάνει ποτέ την έκπληξή της.

Η απογραφή όμως της απώλειας κρύβει μέσα της την επιμονή, την άρνηση του θανάτου, την ευγνωμοσύνη ακόμη και για το λίγο της ύπαρξης. Ως επικράτεια των ισχυρών συμβόλων και των φορτισμένων αντικειμένων, ο κόσμος οργανώνεται σε αντιθετικά σχήματα: το σώμα γίνεται μια «καινούρια θεωρία του ανύπαρχτου» και η ποιήτρια, που «μιμείται το απόλυτο/ για ν’ αντέξει τη ζωή», διεκδικεί την ηδονή ως τελευταία επιθυμία και συμπεραίνει –καθώς η αφήγηση επιστρέφει στον εαυτό της– ότι δεν υπάρχει τίποτα πιο πολύτιμο «απ’ την ανάσα της στιγμής».

Έτσι λοιπόν, ακόμη και στην εποχή όπου «τα ποιήματα δεν μπορούν πια/ να ’ναι ωραία/ αφού η αλήθεια έχει ασχημύνει», η ποίηση δεν παύει να λειτουργεί ως «λογοδοσία της ψυχής», έναυσμα, μ’ όλο το τίμημά της, για τη συμφιλίωση με την πραγματικότητα, διέξοδος από «τον κλειστό ορίζοντα του μέλλοντος»· και η Αγγελάκη-Ρουκ, κομίζοντας την πείρα και τις πληγές της,  θα συνεχίσει, μέχρι το τέλος, να την υπηρετεί.

[δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό (.poema..)]

Δήμητρα Χριστοδούλου, Πώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, Πατάκης 2010

 

Πώς αυτοκτονούν οι ΑσσύριοιΠώς αυτοκτονούν οι Ασσύριοι, ένα ερώτημα χωρίς ερωτηματικό, μας εισάγει απρόοπτα στη δέκατη συλλογή της Δήμητρας Χριστοδούλου (γ. 1953), τρία χρόνια έπειτα από τον Λιμό που τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης.

Το βιβλίο αποτελείται από δύο ενότητες: α) εξήντα έξι ολιγόστιχα ποιήματα με τον τίτλο «Πώς σώθηκε ο Νάρκισσος» και β) «Η υπερηφάνεια των κληροδοτών», που απαρτίζεται από σύντομες αφηγήσεις, «πεζόμορφα ποιήματα», όπως τα χαρακτηρίζει η ίδια.

Συλλαμβάνοντας «την ύπαρξη μας/ ως μια εκδοχή ηρωισμού», παρατάσσεται απέναντι στο σύμπαν και διαλέγεται ψύχραιμα μαζί του. Μέσα στο κλειστοφοβικό περιβάλλον που πλάθει, ένα απέραντο εσωτερικό πεδίο ανοίγεται και καταγράφεται με ποιητική τόλμη και διαύγεια.

Από τη νύχτα, έναστρη ή θεοσκότεινη, στο μεταφυσικά απογειωμένο οικιακό περιβάλλον και στους δείκτες του εσωτερικού χρόνου, η ποίηση της Χριστοδούλου, φιλοσοφική στην ουσία της, καταβυθίζεται στον πυρήνα της ύπαρξης. Δεν παύει όμως να ενυπάρχει στον προβληματισμό της και μια ιστορική, υπόγεια πολιτική, διάσταση.

Ο θάνατος, η ασθένεια και η μνήμη γίνονται τα θέματά της∙ σμίλη με την οποία χαράσσουν βαθιές τις γραμμές τους επάνω στο κειμενικό σώμα η σκέψη, το βλέμμα και ο λόγος. Η εναργής παρατήρηση της ποιητικής έκφρασης εμπλουτίζεται καταλυτικά από τον διαβρωτικό σαρκασμό και το ευχάριστο ξάφνιασμα.

Με κατακτημένη πλέον την ακρίβεια, την ωριμότητα και τη δωρικής αυστηρότητας αισθητική, καλλιεργεί ένα ύφος ψυχρό και νηφάλιο, μια γλώσσα που είναι συγχρόνως αποστασιοποιημένη αλλά και απόλυτα συμμέτοχη. Ζωντανό το ιδίωμά της, συνδυάζει με αποτελεσματικό τρόπο στοιχεία από την λόγια και την καθομιλουμένη.

Αυτενεργός και αυτεξούσιος ποιητικός οργανισμός, μας αφήνει τελικά την αίσθηση ότι καθένα από τα ολιγόστιχα ποιήματα θα μπορούσε και να αποτελεί θραύσμα, σπάραγμα μιας εκτενέστερης αφήγησης. Ο διακειμενικός διάλογος ενσωματώνεται ως συστατικό στοιχείο της γραφής, επεκτείνεται πέρα και από την ποίηση, στην επικράτεια ενός μινιμαλιστικού μοντερνισμού που συναντά τον μαγικό ρεαλισμό.

Εδώ, σε αυτή την «πραγματικότητα», η έκλαμψη μοιάζει κεκτημένο και όχι ζητούμενο, η ταπεινότητα είναι αλήθεια και όχι προσωπείο∙ ατίθαση και ακατάβλητη, επίμονα –και επίπονα– χαμογελαστή εν μέσω απελπισίας, η Χριστοδούλου φτάνει στην τελική της κατάφαση, μιλώντας για το δράμα της ύπαρξης: να είναι τραγωδία το δράμα αυτό ή μήπως κωμωδία;

[δημοσιεύτηκε στο ηλεκτρονικό περιοδικό (.poema..)]

Αργύρης Χιόνης, Ό,τι περιγράφω με περιγράφει,

Γαβριηλίδης, 2010

 

Δωδέκατη συλλογή για τον Αργύρη Χιόνη (γ. 1943), έξι χρόνια έπειτα από την προηγούμενη ποιητική του κατάθεση (Στο υπόγειο, Νεφέλη, 2004).

Εντατική και πολύπλευρη η ενδιάμεση λογοτεχνική του δραστηριότητα: μεταξύ άλλων, ο Χιόνης εξέδωσε συγκεντρωμένο το ποιητικό του έργο από το 1966 έως το 2000 (Η φωνή της σιωπής, Νεφέλη, 2006), μετέφρασε ξένη ποίηση (Nicanor Parra, Ποιήματα επείγουσας ανάγκης, Γαβριηλίδης, 2008), δημοσίευσε παλαιότερά του θεατρικά μονόπρακτα (Το μήνυμα και άλλες δύο φάρσες, Κίχλη, 2009), ενώ καλλιέργησε με ιδιαίτερη επιτυχία, αποτυπωμένη και σε βραβεύσεις, και τη φόρμα του σύντομου πεζογραφήματος.

            Η «νεανική» αυτή δημιουργική ορμή, φανέρωση μιας φωνής ιδιαίτερης και χαρακτηριστικής, ενταγμένη βέβαια στον τρόπο της ωριμότητας, δεν τον εγκαταλείπει ούτε στο νέο του βιβλίο. Ο τίτλος, που μπορεί να διαβαστεί ως αισθητική αρχή και διακήρυξη ποιητικής, καθορίζει το επίπεδο του στοχασμού και τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με τα θέματά του. Κατά κάποιον τρόπο, το Ό,τι περιγράφω με περιγράφει αναφέρεται σε ολόκληρο το έργο του Χιόνη, οριοθετώντας το αντικείμενο της αφήγησής του από βιβλίο σε βιβλίο: μια οιονεί αυτοβιογραφία εν εξελίξει, πολυπρόσωπη και ποικιλόμορφη.

 Την έκδοση συνοδεύει CD, όπου ο ποιητής απαγγέλλει μεγάλο μέρος του βιβλίου, ενώ έχουν μελοποιηθεί και δύο ποιήματα, «Ο τζουτζές» από τον Νίκο Ζούδιαρη, σε ερμηνεία του Χρήστου Θηβαίου, και «Ο στρατηλάτης» σε σύνθεση και ερμηνεία του Φοίβου Βλάχου. Υπογραμμίζεται έτσι η σχέση του λόγου με την εκφορά του, η πρόσληψη της ποίησης και με την όραση και με την ακοή.

Στα πέντε μέρη που αποτελούν το βιβλίο, ο Χιόνης ενσωματώνει μορφικά στοιχεία τόσο από τον έμμετρο στίχο, όσο και από τον πεζό λόγο. Η ποιητική εμπειρία βιώνεται εδώ ως εξίσου λογοτεχνική και φιλοσοφική∙ ο στοχασμός γίνεται άσκηση ποιητικής και η ποίηση μια φιλοσοφία της ματαιότητας.

Η πρώτη ενότητα, τα «Προσωπεία», περιγράφει, θα λέγαμε, και επικαλείται διαφορετικές εκδοχές του ίδιου του ποιητή. Πλάθονται φυσιογνωμίες που προσδιορίζουν και την πολιτική διάσταση του κειμένου, με τη μορφή της παραβολής ή με την καβαφική ειρωνεία.

Στις «Εκδοχές του τέλους», που είναι γραμμένες σε πεζό λόγο βαθιάς συμπύκνωσης, αναδεικνύεται –ανάμεσα στη σιωπή και τη μουσική– η αντιπαράταξη στον θάνατο με νηφαλιότητα και τσεχοφικό μειδίαμα, ενώ οι «Προσευχές» συνιστούν μια θεολογία του συναισθήματος, εμποτισμένη με τους τόνους γήινης και ανεπιτήδευτης τρυφερότητας.

Τα «Ιδεογράμματα Β΄», άσκηση ύφους από το χαϊκού στο τάνκα, καταγράφουν, με λόγο λιτό και ελλειπτικό, λυρικό και παιγνιώδη, οδηγίες χρήσεως του βίου και της τέχνης. Τέλος, στην πέμπτη ενότητα, με τον τίτλο «Παίγνια και σάτιρες», ο Χιόνης επικοινωνεί διακειμενικά με την παράδοση του σατιρικού λόγου, αυτοσαρκάζεται και αναστρέφει τολμηρά τους μύθους αυτού του κόσμου.

Ο ποιητής κάνει τον απολογισμό του και στοχάζεται, με διαυγές βλέμμα και πνεύμα. Ο στοχασμός αυτός υπερβαίνει το ποιητικό αντικείμενο, δίχως όμως να το στερεί από τους χυμούς του. Με λυρισμό προσωπικό και ανένταχτο, συνθέτει τα «εις εαυτόν» του, εκείνος που «πέρασε τη ζωή του,/ γράφοντας ποιήματα/ με τη γομολάστιχα».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 8, σελ. 289-290]

Έλενα Χουζούρη, Οι τρυφεροί άντρες και τα άλλα ποιήματα, Κέδρος, 2011

 Παυλίνα Παμπούδη, Το σπίτι στους 40 δρόμους, Ροές, 2011

 Ευριπίδης Γαραντούδης, Ονειρεύτηκα τη Genova, Μελάνι, 2011

 

Αν κάτι ενώνει, παρ’ όλες τις διαφορές τους, τα τρία ποιητικά βιβλία που θα συνεξετάσουμε εδώ, είναι ότι δεν αποτελούν «συλλογές» με τη στενή έννοια του όρου· δεν πρόκειται δηλαδή για μια ευκαιριακή συνάθροιση ποιητικής ύλης, αλλά για κείμενα που φανερώνουν ένα ευρύτερο σχέδιο, μια αρχιτεκτονική, θα λέγαμε, που απαιτεί συνεπακόλουθα και την αντίστοιχη αναγνωστική προσέγγιση.

Στην περίπτωση της Έλενας Χουζούρη, πρόκειται για τη συγκεντρωτική έκδοση του έως τώρα ποιητικού της έργου. Προτού στραφεί με επιτυχία στο μυθιστόρημα, δημοσίευσε –από το 1981 έως το 1999– έξι ποιητικές συλλογές. Διαβάζοντάς τις διαδοχικά, σε στενή αλληλουχία, παρατηρούμε να τις διατρέχουν έντονες γραμμές, διακριτές, στον ποιητικό τρόπο και τη θεματική της. Παρακολουθούμε την εξέλιξη της ποιητικής της φωνής· εξαρχής εκδηλώνεται η περιγραφική ενάργεια με την οποία αποδίδονται οι μικρές ποιητικές αφηγήσεις, με τη μνήμη εγκιβωτισμένη και την προσωπική ιστορία ως υπόστρωμα.

Κεντρικό θέμα γίνεται ο έρωτας, με τα πολλά του πρόσωπα, από τις πιο τρυφερές εκδοχές του μέχρι την άγρια, σαρκική του υπόσταση και τους διαχρονικούς του μύθους. Η αφηγηματικότητα της Ιστορίας εμποτίζεται με την ηδύτητα του μεστωμένου λόγου και τα σπαράγματα της ενόρασης, όπως προκύπτουν μέσα από την περιπλάνηση στο αστικό τοπίο, συμπλέουν με το βαθύτερο υπαρξιακό καταστάλαγμα. Υπαγορευμένη, με βάση τη συγγραφέα, από μια «αίσθηση ποιητικής αυτοσυντήρησης», η έκδοση αυτή μάς επιτρέπει να ξαναδούμε και να επανεκτιμήσουμε ένα ποιητικό έργο στην αυτάρκεια της ολότητάς του.

Για την Παυλίνα Παμπούδη, που καταθέτει εδώ το δέκατο έκτο ποιητικό της βιβλίο, ο τρόπος παίρνει τη μορφή της εκτεταμένης και σπονδυλωτής ποιητικής αφήγησης. Συνεχίζοντας στο ύφος των πρόσφατων συλλογών της, μοιάζει εδώ να αυτοβιογραφείται. Η νοσταλγική –μεταφυσική σχεδόν– παρατήρηση διατυπώνεται με λακωνική ελλειπτικότητα, στον ορίζοντα του στοιχειώδους. Ο στίχος είναι σύντομος, ενίοτε και μονολεκτικός, με καλή αίσθηση του ρυθμού και αβίαστη ποιητικότητα.

Την πρωτοκαθεδρία έχει η μνήμη· ο ποιητικός λόγος στρέφεται προς τα πίσω και προς τα μέσα, απευθύνεται στο παρελθόν και ανήκει στην επικράτειά του. Αυτό που παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον είναι η μέθοδος της Παμπούδη: σαν να «κυκλώνει σημεία/ σε παλίμψηστο χάρτη», το ποιητικό εγώ περιηγείται στην οικιακή γεωγραφία, επισκέπτεται δωμάτια, συνομιλεί μαζί τους και με ό,τι περιέχουν. Οι κάποτε κατοικημένοι χώροι ζωντανεύουν και η αφήγηση, σαν παραμύθι, μας αποκαλύπτει τους αρμούς και τα θεμέλιά της.

Τέλος, στη δεύτερη ποιητική του κατάθεση, ο Ευριπίδης Γαραντούδης, πανεπιστημιακός δάσκαλος νέας ελληνικής φιλολογίας στο Ε.Κ.Π.Α., «σκηνοθετεί» τον θίασο μιας πολυφωνικής σύνθεσης. Το βιβλίο αποτελείται από εξήντα δύο ποιήματα σε πέντε ενότητες: «Δέκαθλο», «Ο γύρος του θριάμβου», «Μ (Έπταθλο)», «Ψάμμυθος» και «Ιντερμέδια».

Οι συνεχείς εναλλαγές σε ύφος και θεματολογία, καθώς και ο ενσωματωμένος –ζωτικός και ζωντανός– διακειμενικός διάλογος, λειτουργούν ως περιπλάνηση στον κόσμο, εσωτερικό και εξωτερικό. Η πλούσια μορφική ποικιλία, σε «είδος μειχτό, αλλά νόμιμο», αγγίζει εποχές και περιοχές της ζωής και της ποίησης· η έμμετρη φόρμα συνυπάρχει αρμονικά με τον ελεύθερο στίχο και τον συμπληρώνει.

Με ψυχραιμία στην έκφραση, η οποία όμως εμπεριέχει και προϋποθέτει το ακέραια βιωμένο συναίσθημα σε όλες του τις αποχρώσεις, ο έντεχνος ποιητικός αναστοχασμός του Γαραντούδη, σαν ενσαρκωμένο κειμενικό σώμα, διαπραγματεύεται, μεταξύ άλλων, τον έρωτα και την ανάμνησή του, τον αποχωρισμό και την αποτύπωση της συντελεσμένης ομορφιάς.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 524, σελ. 84-85]

Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος, Κέδρος, 2011

Ο Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011), ένας από τους πιο ιδιαίτερους ποιητές της Μεταπολίτευσης, έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί – εικόνα, θα λέγαμε, βγαλμένη από τους στίχους του.

Κριτικός θεάτρου και δραστήριος μεταφραστής, ιδίως θεατρικών κειμένων, αρχαιοελληνικών και νεότερων, έχτισε τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια, με τη λοξή και ανόθευτη ένταξή του στον κόσμο, ένα στέρεο ποιητικό οικοδόμημα, θεμελιωμένο στον ιδιωτικό βίο και την πολύπλευρη λόγια παιδεία του.

Από το Ἐν φαντασίᾳ καὶ λόγῳ του 1975 έως και το ακροτελεύτιο Βαθέος γήρατος, το έργο του διατρέχουν θεματικοί άξονες που επαναπροσδιορίζονται και επαναδιατυπώνονται από βιβλίο σε βιβλίο: η ποιητικά μετουσιωμένη μαζική κουλτούρα, το αστικό τοπίο, η θρησκευτική δυσπιστία –που αποκορυφώθηκε σε πολεμική στην προπέρσινη συλλογή του, Ο άνθρωπος μόνος–,  η μυθολογία του οικογενειακού πυρήνα και η συγκατοίκηση με τον θάνατο – οι τελευταίοι δύο είναι εκείνοι που κυριαρχούν στο Βαθέος γήρατος.

Η συλλογή μπορεί να διαβαστεί ως αποχαιρετισμός στη μητέρα του ποιητή που και αυτή πέθανε πρόσφατα σε πολύ προχωρημένη ηλικία – εξ ου και ο τίτλος. Η μητρική μορφή εμφανίζεται συχνά στην ποίηση του Βαρβέρη· εξάλλου ο αποχωρισμός έχει προ πολλού προδιαγραφεί – βλ. το «Πρωθύστερο για σένα» από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει (1986).

Το βιβλίο όμως αυτό αποδείχθηκε και πολλαπλός αποχαιρετισμός και του ίδιου του Βαρβέρη, στη ζωή και στην ποίηση. Τραγική ειρωνεία; Ίσως για τον ανυποψίαστο αναγνώστη· διότι ο δημιουργός, με γνώση πρόωρη, ίσως εξ αρχής, είχε κατακτήσει την έκφραση του υπαρξιακού μειδιάματος. Το ύφος, σαν μουσική δωματίου, ακούγεται μεστό και ακριβές, με τη στιλπνότητα της κατακτημένης ωριμότητας.

Στα εβδομήντα τέσσερα, σύντομα κατά κύριο λόγο, ποιήματα του βιβλίου, βλέπουμε να συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλης του της πορείας: μονοθεματικός και ανοιχτός την ίδια στιγμή σε πάμπολλες παραλλαγές, με υπομνήσεις καβαφικές και την έκδηλη παρουσία του θανάτου, η προβολή του οποίου επισκιάζει τη ζωή. Τα γηρατειά, η φθορά του σώματος, τα αντικείμενα που θυμίζουν κτερίσματα, μια ακινησία οικιακή που επιτρέπει να ακουστεί και το παραμικρό θρόισμα των συναισθημάτων, η συγγένεια, τέλος, άλλοτε στις τρυφερές σκηνές της πένθιμης καθημερινότητας, άλλοτε με μια κάποια –ενσυνείδητη– νοσηρότητα: «Έλα όχι, μη φοβάσαι, ποίημα ήταν,/ μη φοβάσαι».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 521, σελ. 54]

Ευτυχία Παναγιώτου, Μαύρη Μωραλίνα, Κέδρος, 2010


“The truth will set you free, but not until it is finished with you.”
David Foster Wallace


Η Μαύρη Μωραλίνα, δεύτερη συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου (γ. 1980) έπειτα από τον Μέγα Κηπουρό, θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο σπονδυλωτή, βιωματική σύνθεση παρά συλλογή αυτοτελών μεταξύ τους ποιημάτων.

 Πολυφωνικό χρονικό μιας εποχής που έπεται του έρωτα, τοποθετείται στη δυστοπία ενός εφιαλτικού σκηνικού, ενός χώρου που διαρκώς μετατίθεται από το νοσοκομείο στην οικογενειακή εστία, και από εκεί στη θρυμματισμένη μνήμη και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις της. Μια υπερβατική πραγματικότητα, υπόγειας δράσης, στην επικράτεια του σώματος, στον πόνο και τις πληγές του, στις χαράδρες και τους χειμάρρους του.

Με τα σύμβολά της εύπλαστα και πολυσήμαντα, η ποιητική γλώσσα, άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε –επιφανειακά τουλάχιστον– ψυχρή και κλινική, παραπέμπει στα μαθηματικά, την ιατρική, τη φιλοσοφία, αποκτά έως και ιερατική χροιά και διαλέγεται με ένα διακείμενο που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικό. Κατεξοχήν επίμονος και βαθύς είναι ο διάλογός της με τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε την κομβική επαφή της Παναγιώτου με τη ζωή και το έργο της Αμερικανίδας φωτογράφου Francesca Woodman – δική της φωτογραφία κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Σαν προοίμιο, το πρώτο ποίημα («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») μας μιλά για την ιαματική λειτουργία της γραφής, αλλά μας προϊδεάζει και για το βαρύ τίμημά της. Όλα θα γίνουν μέσω του σώματος. Εκεί διαπλέκονται ο έρωτας και η απώλειά του με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης και τη χαμένη παιδικότητα. Όλα στο σώμα επενδύονται, στα μέλη του, σε ό,τι το περιβάλλει, για να φτάσουμε τελικά στην επώδυνη συνείδηση, στην αυτοδιάθεσή του: την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Και το σώμα αυτό διαλέγεται με το σώμα του άλλου, καθρεφτίζεται στα ουράνια σώματα, διαπλέκεται με τις μνήμες, τις αισθήσεις και με τις αναμνήσεις των αισθήσεων, για να υποστεί τελικά την ίδια φθορά στην οποία είναι καταδικασμένος και ο κόσμος των άψυχων αντικειμένων: σαν να κουβαλά τις αμαρτίες της ύλης, είναι το ποιητικό εγώ που κατακερματίζεται αντί της πραγματικότητας που το περιβάλλει. Κι όμως εδώ κρύβεται μια κατάφαση: με απόλυτη συναίσθηση, πλέον, και εποπτεία, η Παναγιώτου θα επιμείνει να μιλήσει, γιατί ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική.

Καθώς πλάθει το κύριο alter ego της, τη Μαύρη Μωραλίνα, ο λόγος της, εμπύρετος, κινείται σε πολλά επίπεδα, ως αδιάκοπη ροή μιας πολυκύμαντης συνείδησης. Επεκτείνεται σε ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους, με το παρελθόν πολλαπλά εγγεγραμμένο μέσα του. Εμπεριέχει ταυτόχρονα και τις ίδιες τις αρχές βάσει των οποίων συντίθεται: η μορφή, διαβάζουμε, είναι δείκτης περιεχομένου.

Τελικά, πλέοντας κανείς κατά μήκος της Μαύρης Μωραλίνας, με μια αίσθηση ρευστότητας από ποίημα σε ποίημα, νιώθει ότι ο μόνος προορισμός θα μπορούσε να είναι η λυτρωτική αποδοχή του αιτήματος για το εμείς: το ερωτικό, το ουτοπικό, το αδικαίωτο εμείς· που όμως εδώ έρχεται και βρίσκει τελικά τη δικαίωσή του στη γραφή: ακόμη και στα βάθη της απελπισίας, όταν γράφεις κάτι γίνεται.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 7, σελ. 291-292·
εκδοχή του κειμένου είχε εκφωνηθεί στην παρουσίαση του βιβλίου (TAF, 7/2/11)]