Skip navigation

Category Archives: Παρουσίαση

Γιώργος Κεντρωτής, Παρέλαση. Τρία αγήματα ποιημάτων, Τυπωθήτω, 2009

Ο Γιώργος Κεντρωτής (γ. 1958), που διδάσκει Θεωρία της Μετάφρασης στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, έμπειρος μεταφραστής, εν γένει πολυγραφότατος  –έχει ασχοληθεί με την ποίηση, την πεζογραφία και το δοκίμιο–, παρουσιάζει εδώ μια ποιητική συλλογή που θα μπορούσε να θεωρηθεί και χαλαρή αλληλουχία ασκήσεων ύφους. Το βιβλίο χωρίζεται σε τρία ισομεγέθη μέρη, «αγήματα ποιημάτων», όπως τα αποκαλεί ο ίδιος, με τίτλους «Στο γόνατο», «Στον κόκορα» και «Στην κόντρα» – το τελευταίο περιέχει μεταφράσεις ξένων ποιητών. Ο Κεντρωτής, γνώστης του λογοτεχνικού παρελθόντος,  κινείται με άνεση στην έμμετρη στιχοπλοκή, καλλιεργώντας μεταξύ άλλων το σονέτο. Παιγνιώδης, σκωπτικός, σατιρικός, αλλά και αισθαντικός, γράφει για τον έρωτα και για την ίδια τη λογοτεχνία, υποτάσσεται όμως στην κυριαρχία της μορφής και της μπαρόκ έκφρασής της, με αποτέλεσμα, ενώ αναζητά τη στιλπνότητα του μετάλλου, να βρίσκει μόνο την αντήχησή του.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 509, σελ. 67]
Advertisements

Κική Δημουλά, Τα εύρετρα, Ίκαρος, 2010

Η Κική Δημουλά, τρία χρόνια έπειτα από το Μεταφερθήκαμε παραπλεύρως, επιστρέφει με τη νέα της ποιητική κατάθεση, Τα εύρετρα. Ελέγχοντας στο έπακρο τον «τρόπο» της, διαλέγεται με τη φιλοσοφία, στωική και πλατωνική, και μετατρέπει τις αφηρημένες έννοιες σε ζωντανές, δρώσες υπάρξεις. Η ποίησή της είναι ο αναστοχασμός του ανθρώπου που αρνείται επίμονα να αποστρέψει το βλέμμα από τη ματαιότητα του κόσμου. Ταπεινή προσευχή, κραυγή απόγνωσης, με το σαρδόνιο λογοπαίγνιο, την αιχμηρή ειρωνεία, την υπόγεια ένταση να σιγοκαίει κάτω από τις λέξεις. Διερευνώντας με «άγρια περιέργεια» τον αγώνα της ζωής και της γραφής, τον έρωτα, τον θάνατο, την ανάγκη, τη μνήμη, τη θλίψη, την ελπίδα, κατοπτεύοντας τον κόσμο, προσδίδοντας στο ιδιωτικό οικουμενικές διαστάσεις, η ποίηση της Δημουλά, άλλοτε σαν τοπίο του Turner, άλλοτε σαν φλαμανδική vanitas, εντυπώνει και εντυπώνεται βαθιά.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 509, σελ. 67]

Φοίβη Γιαννίση, Ομηρικά, Κέδρος, 2009

Ενδιαφέρουσα προσπάθεια, η τέταρτη συλλογή της Φοίβης Γιαννίση (γ. 1964) διερευνά τη σχέση ανάμεσα στην ποιητική γραφή και την εκφώνησή της. Εντάσσεται έτσι στις αναζητήσεις της ποιήτριας, αλλά και στις ευρύτερες απόπειρες για διεύρυνση του ποιητικού πεδίου. Η έκδοση συνοδεύεται από CD, όπου ακούγονται ορισμένα από τα ποιήματα, ηχογραφημένα στο Πήλιο. Ο τίτλος της συλλογής παραπέμπει στην προφορικότητά της∙ ομηρικής προέλευσης είναι και οι τίτλοι των περισσότερων ποιημάτων, τοπωνύμια, χαρακτήρες ή δομικά μέρη των επών. Ενώ όμως διαβάζουμε μια ποίηση ερωτική, ενσαρκωμένη στα πράγματα και στις διαστάσεις του καθημερινού, παρατηρούμε ταυτόχρονα την εκζήτηση, την επιπολαιότητα και τη φλύαρη περιγραφικότητα που υπονομεύουν το τελικό αποτέλεσμα. Η σχέση της Γιαννίση με το αντικείμενό της δεν γίνεται ποτέ οργανική∙ μένει στην επιφάνεια, σαν καλοκαιρινό τσαλαβούτημα στις ακρογιαλιές της Μαγνησίας.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 508, σελ. 82]

Δ.Ν. Μαρωνίτης,

Τάκης Σινόπουλος – Μίλτος Σαχτούρης. Μελετήματα,

Πατάκη, 2009

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, δάσκαλος και δημιουργός, ολοκληρώνει με αυτό το βιβλίο την εξάτομη σειρά «Γραφή και Ανάγνωση», συγκεντρώνοντας έντεκα κείμενα για τον Τάκη Σινόπουλο και τον Μίλτο Σαχτούρη, γραμμένα από το 1973 έως το 1992. Οι δυο ποιητές επιλέγονται να συνυπάρξουν λόγω των ομοιοτήτων αλλά και των αποκλίσεων τους. Η κριτική ανάγνωση καθορίζεται εξαρχής ως «ερωτική σχέση με τα σημάδια της έκφρασης» που οφείλει να «δονείται από μια συγγενή προς το είδος που κρίνει συγκίνηση». Αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο αυτόφωτο, υψηλής αισθητικής αξίας, όπου απρόσμενες συχνά προσεγγίσεις ενσωματώνονται σε μια σχολαστική, όσο και ρηξικέλευθη, μέθοδο ανάγνωσης, ανάλυσης και ερμηνείας. Τα μελετήματα διαπερνούν το θέμα τους, το υπερβαίνουν και μας παραδίδονται ως εγχειρίδιο για μια σφαιρικότερη κατανόηση της σύγχρονης ποίησης.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 507, σελ. 59]

Δ.Ν. Μαρωνίτης

Τάκης Σινόπουλος – Μίλτος Σαχτούρης. Μελετήματα

Πατάκη, 2009

Ο Δ.Ν. Μαρωνίτης, δάσκαλος και δημιουργός, ολοκληρώνει με αυτό το βιβλίο την εξάτομη σειρά «Γραφή και Ανάγνωση», συγκεντρώνοντας έντεκα κείμενα για τον Τάκη Σινόπουλο και τον Μίλτο Σαχτούρη, γραμμένα από το 1973 έως το 1992. Οι δυο ποιητές επιλέγονται να συνυπάρξουν λόγω των ομοιοτήτων αλλά και των αποκλίσεων τους. Η κριτική ανάγνωση καθορίζεται εξαρχής ως «ερωτική σχέση με τα σημάδια της έκφρασης» που οφείλει να «δονείται από μια συγγενή προς το είδος που κρίνει συγκίνηση». Αποτέλεσμα είναι ένα κείμενο αυτόφωτο, υψηλής αισθητικής αξίας, όπου απρόσμενες συχνά προσεγγίσεις ενσωματώνονται σε μια σχολαστική, όσο και ρηξικέλευθη, μέθοδο ανάγνωσης, ανάλυσης και ερμηνείας. Τα μελετήματα διαπερνούν το θέμα τους, το υπερβαίνουν και μας παραδίδονται ως εγχειρίδιο για μια σφαιρικότερη κατανόηση της σύγχρονης ποίησης.

Διαβάζω, τ. 507, σελ. 59

Κρυστάλλη Γλυνιαδάκη, Λονδίνο-Ιστανμπούλ, Πόλις, 2009

Πρώτη προσπάθεια της Κρυστάλλης Γλυνιαδάκη (γ. 1979), που έχει σπουδάσει φιλοσοφία, πολιτική θεωρία και δημιουργική γραφή στην Αγγλία. Ο τίτλος παραπέμπει στα άκρα μιας διαδρομής, με τον πρόδηλο συμβολισμό της αντίθεσης, αλλά και της συνάντησης δύο κόσμων. Το μυστικό όμως κρύβεται στους ενδιάμεσους σταθμούς. Εδώ, λοιπόν, η Αθήνα, πανταχού παρούσα, λατρεμένη και μισητή, εδώ και τα νησιά του Αιγαίου, εδώ και άλλοι τόποι, γύρω και πέρα από τον παραθερισμό. Αυτό το σκηνικό, όμως, που όλο μετατοπίζεται, χρησιμεύει κυρίως για τη χαρτογράφηση ενός κόσμου συναισθημάτων  κατά το μακρύ ταξίδι του έρωτα πάνω στον δύσβατο δρόμο μιας «αισθηματικής αγωγής». Σε μια σκληρή –αν και ελαφρώς αυτάρεσκη– αναμέτρηση με τον εαυτό της, επιθετική και συνάμα τρυφερή, με απροσποίητο παιχνίδισμα και αβίαστη προφορικότητα, η Γλυνιαδάκη συνθέτει μια συλλογή αναμφίβολα αξιοπρόσεκτη και ελπιδοφόρα.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 506, σελ. 61]

Ανθή Μαρωνίτη, Κάπως έτσι, Κέδρος, 2009

Έκτη συλλογή για την Ανθή Μαρωνίτη, που εμφανίστηκε, «σαν έτοιμη από καιρό, σα θαρραλέα», στην ποίηση το 1997. Διακριτική, στοχαστική και χαμηλόφωνη, κινείται στην επικράτεια του προσωπικού, στον σκληρό πυρήνα του εσωτερικού βίου. Σαν να απαθανατίζει τα ευμετάβλητα γνωρίσματα ενός τοπίου, επιλέγει με προσοχή και φειδώ τα χρώματά της για να περιγράψει τις μυστικές διεργασίες του χρόνου και της ενδόμυχης καλλιτεχνικής δημιουργίας. Συχνά με τη γραμματική της παραίνεσης, που όμως απευθύνεται και επιστρέφει στην ίδια την ποιήτρια, διατυπώνει επίπονο διαλογισμό για τη φθορά των ανθρώπων που γερνούν, των αντικειμένων που παλιώνουν, των συναισθημάτων που αλλοιώνονται. Μπροστά στον καθρέφτη, χωρίς αυταπάτες, αναθυμάται τη ζωή, βιώνει τη μοναξιά της «σκληρής ελπίδας» και αγωνιά για την τέχνη, νιώθοντας πιεστική την αναγκαιότητά της. Κατασταλάζει, όχι όμως χωρίς αδιάκοπη εσωτερική μάχη, και ασκείται τελικά στη σιωπή.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τ. 506, σελ. 60]

Χρήστος Τουμανίδης – Milianov Kallupi, Η γέφυρα των στίχων (χαϊκού) – Ura e Vargjeve (haiku), Ελληνικός Κύκλος Χαϊκού, 2009

Λεωνίδας Κακάρογλου, Άδεια εξόδου, Οδός Πανός, 2009

Ιορδάνης Παπαδόπουλος, Το βουνό και ο ποιητής δεν πήραν είδηση,

Ροές, 2009

Στη δίγλωσση, ελληνοαλβανική, συλλογή Η γέφυρα των στίχων το ενδιαφέρον δεν εξαντλείται στη μορφή του χαϊκού, ούτε στην αντικριστή γραφή των δύο ποιητών. Ξεκινώντας από την προσωπική φιλία του Χρήστου Τουμανίδη (γ. 1952), δοκιμασμένου ποιητή με πέντε συλλογές και μια ανθολογία ελληνικού χαϊκού στο ενεργητικό του, με τον πολυγραφότατο Αλβανό ομότεχνό του Milianov Kallupi (γ. 1948), η ποίηση, λιτή και τρυφερή, αποκρυσταλλωμένη και συνειδητή, ενσωματώνει τη βαλκανική πολιτισμική μνήμη, για να την απολυτρώσει οικουμενικά κάτω από έναν κοινό λογοτεχνικό ουρανό.

Στον αντίποδα αυτής της ανοιχτόκαρδης αισιοδοξίας, θα βρούμε την έβδομη ποιητική συλλογή του Λεωνίδα Κακάρογλου, που καταθέτει στίχους ευαίσθητους, εμποτισμένους από το πένθος, από τον βαθιά βιωμένο πόνο. Ο ποιητικός χώρος είναι ο μικρόκοσμος της οικογενειακής εστίας, οριστικά θρυμματισμένος πλέον από την απουσία∙ τα οικιακά αντικείμενα βασανίζουν τον ποιητή, καθώς συναντιούνται με τη μνήμη. Τελικά η ζωή συνεχίζεται, ανάπηρη, με την ύπαρξη εκτεθειμένη στην παντοδυναμία του θανάτου.

Κάπου ανάμεσα, ο Ιορδάνης Παπαδόπουλος (γ. 1976), στην πρώτη του συλλογή, συνθέτει ένα spleen προσδιορισμένο από την παράδοξη καθημερινότητα στον αστικό χώρο μιας Αθήνας νυχτερινής και ηλεκτροφωτισμένης, ενίοτε καφκικής. Η γραφή του μαρτυρά την υπόγεια εξέλιξη  μιας ερωτικής σχεδόν διαπάλης με την ποίηση. Με στίχο οξύ και χιούμορ πικρό, διατυπώνει την αγωνία του, την αμφιθυμία του απέναντι στον κόσμο, τον εξορκισμό ή την επίκληση του θανάτου και αφήνει υποσχέσεις για μια πορεία που μόλις ξεκίνησε και έχει ακόμα πολύ δρόμο μπροστά της…

Γιώργος Κουτούβελας, Η αλητεία στη χώρα των γραμμάτων,

Γαβριηλίδης, 2009

Νίκος Ερηνάκης, Σύντομα όλα θα καίγονται και θα φωτίζουν τα μάτια σου,

Ροές, 2009

Δύο συλλογές που δεν συγκλίνουν μόνο στη νεαρή ηλικία των ποιητών, αλλά και στη θεματική τους.

Ο Νίκος Ερηνάκης (γ. 1988) κινητοποιείται σε πρώτο επίπεδο από την οργή του και διατυπώνει με τη μορφή αφορισμών την αποστροφή του προς τον κόσμο. Η απόγνωσή του όμως είναι βαθύτερη, φοβάται τη σιωπή και την ασχήμια και αγωνιά να κατακτήσει τη γλώσσα. Σαν να μας ομολογεί ότι, αν έβρισκε τις κατάλληλες λέξεις, θα έγραφε για την ομορφιά. Τελικά, εγκλωβίζεται στο προσωπείο που επιλέγει και επαναλαμβάνεται.

Πιο ώριμος ο Γιώργος Κουτούβελας (γ. 1986), βρίσκει τον βηματισμό του στερεώνοντας παράδοξες, ονειρικές εικόνες. Δυναμικός και κριτικά ευαίσθητος απέναντι στην πραγματικότητα, εντοπίζεται στο πέρας της δυσανάγνωστης εθνικής ιστορίας, διαλέγεται δημιουργικά με το παράλογο και φέρνει τη μεταφυσική σε καθημερινές διαστάσεις.

Και οι δύο αφήνουν υποσχέσεις για το μέλλον, σε συνάρτηση και με τις κατευθύνσεις που θα δώσουν οι ίδιοι στη διαμόρφωση του ποιητικού τους τρόπου.

Χριστιάνα Αβρααμίδου, Ώρα κάτω απ’ το νερό, Έψιλον, 2008

Νίκος Ορφανίδης, Τα Χαρωπά Τραγούδια της Μητέρας, Ακτή, 2009

Δυο ποιητικές φωνές έρχονται από την –κοντινή και μακρινή ταυτόχρονα– Κύπρο και καταθέτουν τις διαφορετικές, όσο και συμπληρωματικές γραφές τους.

Στην ένατη συλλογή του, ο Νίκος Ορφανίδης (γ. 1949) αναμετριέται με την ιστορία και την ενσωματώνει ενδοφλέβια στην ποιητική του. Το γλωσσικό του ιδίωμα συγκοινωνεί υπόγεια με το δημοτικό τραγούδι. Από μια ονειρική ατμόσφαιρα αναδύονται ο γενέθλιος τόπος και η μορφή της μητέρας, ανυψώνοντας σε μύθους της παιδικής ηλικίας τη θρησκεία και τη λαϊκή παράδοση, εκφάνσεις ενός –ίσως και επινοημένου– παρελθόντος.

Αντίθετα, η ποίηση της Χριστιάνας Αβρααμίδου (γ. 1978) είναι βαθιά ριζωμένη στο παρόν. Εδώ, στην τέταρτη συλλογή της, κινείται υπό το άχθος της καθημερινότητας «ξεμέθυστη», με τη νηφαλιότητα πρωινού πονοκεφάλου. Με στίχους λιτούς και μια πεζολογία στιβαρή –και μάλλον ηθελημένη– μιλά, παρακολουθώντας τις εποχές που αλλάζουν, για τα συναισθήματα που δεν διαφοροποιούνται, την αγάπη που χάθηκε και την ποίηση που όλο διαφεύγει…

Αργύρης Παλούκας, Το αλάτι πίσω από τ’ αυτί, Κέδρος, 2009

Ελένη Μπουκαούρη, Ξένες γλώσσες, Γαβριηλίδης, 2009

Αιμιλία Παπαβασιλείου, Στο κατώφλι, Γαβριηλίδης, 2009

Τρία ποιητικά βιβλία, δεύτερη κατά σειρά κατάθεση των δημιουργών τους, κινούνται, θα έλεγε κανείς, λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά, σε έναν χώρο οριοθετημένο από το γνωστό στίχο «Ζωή, – ένα τραύμα στην ανυπαρξία».

Ο Αργύρης Παλούκας συνθέτει μια αξιοπρόσεκτη συνειρμική αφήγηση, ένα εκτεταμένο ποίημα με βαθιές οφειλές στις μινιμαλιστικές αποχρώσεις του μοντερνισμού. Εδώ, τα καθημερινά αντικείμενα και τα ανθρώπινα μέλη μοιάζουν να αυτενεργούν, ενώ ο θάνατος, ο φόβος, η χαρά και η αγάπη αναδεικνύονται σε δρώντα πρόσωπα, περιβάλλοντας σαν τραγικός χορός δύο εμβληματικές γυναικείες μορφές σε ένα πένθιμο χρονικό απώλειας και απουσίας.

Η Ελένη Μπουκαούρη κινείται από το εμείς της πολιτικής συλλογικότητας στο εγώ μιας τραυματικής σύλληψης της πραγματικότητας. Με ζωηρές παρομοιώσεις, γλώσσα τολμηρή και χυμώδη, αν και όχι πάντοτε εύστοχη, μιλά για τον έρωτα, το χρόνο, τον καιρό, την ίδια την ποίηση και το ταξίδι, που όμως δεν είναι πια διαφυγή, αλλά απουσία, αδιάκοπη αναζήτηση και φορτισμένη λογοτεχνικά μνήμη, εκεί όπου «ξένες γλώσσες» γίνονται ακόμα και όσες εμείς οι ίδιοι μιλήσαμε.

Η Αιμιλία Παπαβασιλείου γράφει με πηγαία ευαισθησία και λυρική τρυφερότητα για το φόβο, τη λήθη και την επιθυμία που ανάγονται σε μια προπατορική πληγή. Πίσω από την αβίαστη προφορικότητα μιας γλώσσας λιτής και χωρίς εξάρσεις, η ποίηση μετατρέπεται σε πεδίο υπαρξιακής μάχης και προσδιορίζεται ως θέμα επιβίωσης και όχι αθανασίας. Στο κατώφλι μιας διαρκούς, όσο και ανέφικτης, μετάβασης  το ποιητικό εγώ θα παραδοθεί τελικά στην αυτοαναίρεσή του, προκειμένου να δικαιωθεί και να ολοκληρώσει την αποστολή του.