Skip navigation

Ελένη Μαρινάκη, Σε ξένο ουρανό, Ερατώ, 2011

 

Η Ελένη Μαρινάκη (γ. 1951) καταθέτει εδώ την έκτη συλλογή της, συνεχίζοντας μια ποιητική διαδρομή που έχει ξεκινήσει από το 1987· το προηγούμενό της βιβλίο, με τον τίτλο Εδώ στο λίγο (Γαβριηλίδης, 2007), ήταν υποψήφιο για το βραβείο ποίησης του περιοδικού «Διαβάζω». Η ποιητική διαδικασία, ενσυνείδητη, αποτυπώνει την υπαρξιακή αγωνία και χαρτογραφεί τον πόνο, τη μνήμη, τη χωροχρονική μετάθεση, καθώς ο «ασπρόμαυρος καιρός» σφίγγει σαν μέγγενη το πρωτοπρόσωπο ποιητικό εγώ. Ωστόσο, κι εκεί ακόμη, το πεδίο μπορεί να είναι ευρύ και εκτεταμένο· το βλέμμα, εμποτισμένο με ξεχωριστή ευαισθησία, εστιάζει στην πραγματικότητα, την απορροφά σαν στυπόχαρτο και την μετουσιώνει σε ποιητική ύλη. Ο ελεύθερος στίχος, λιτός και στιβαρός, εναλλάσσεται κάποτε και με την έμμετρη μορφή, δίνοντας φωνή στις σκέψεις της καθημερινότητας: «Όμως η ποίηση/ είναι ένα άλλοθι/ για να ζω».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 522, σελ. 77]
Advertisements

Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος, Κέδρος, 2011

Ο Γιάννης Βαρβέρης (1955-2011), ένας από τους πιο ιδιαίτερους ποιητές της Μεταπολίτευσης, έφυγε από τη ζωή στις 25 Μαΐου, στο πίσω κάθισμα ενός ταξί – εικόνα, θα λέγαμε, βγαλμένη από τους στίχους του.

Κριτικός θεάτρου και δραστήριος μεταφραστής, ιδίως θεατρικών κειμένων, αρχαιοελληνικών και νεότερων, έχτισε τα τελευταία τριάντα έξι χρόνια, με τη λοξή και ανόθευτη ένταξή του στον κόσμο, ένα στέρεο ποιητικό οικοδόμημα, θεμελιωμένο στον ιδιωτικό βίο και την πολύπλευρη λόγια παιδεία του.

Από το Ἐν φαντασίᾳ καὶ λόγῳ του 1975 έως και το ακροτελεύτιο Βαθέος γήρατος, το έργο του διατρέχουν θεματικοί άξονες που επαναπροσδιορίζονται και επαναδιατυπώνονται από βιβλίο σε βιβλίο: η ποιητικά μετουσιωμένη μαζική κουλτούρα, το αστικό τοπίο, η θρησκευτική δυσπιστία –που αποκορυφώθηκε σε πολεμική στην προπέρσινη συλλογή του, Ο άνθρωπος μόνος–,  η μυθολογία του οικογενειακού πυρήνα και η συγκατοίκηση με τον θάνατο – οι τελευταίοι δύο είναι εκείνοι που κυριαρχούν στο Βαθέος γήρατος.

Η συλλογή μπορεί να διαβαστεί ως αποχαιρετισμός στη μητέρα του ποιητή που και αυτή πέθανε πρόσφατα σε πολύ προχωρημένη ηλικία – εξ ου και ο τίτλος. Η μητρική μορφή εμφανίζεται συχνά στην ποίηση του Βαρβέρη· εξάλλου ο αποχωρισμός έχει προ πολλού προδιαγραφεί – βλ. το «Πρωθύστερο για σένα» από τη συλλογή Ο θάνατος το στρώνει (1986).

Το βιβλίο όμως αυτό αποδείχθηκε και πολλαπλός αποχαιρετισμός και του ίδιου του Βαρβέρη, στη ζωή και στην ποίηση. Τραγική ειρωνεία; Ίσως για τον ανυποψίαστο αναγνώστη· διότι ο δημιουργός, με γνώση πρόωρη, ίσως εξ αρχής, είχε κατακτήσει την έκφραση του υπαρξιακού μειδιάματος. Το ύφος, σαν μουσική δωματίου, ακούγεται μεστό και ακριβές, με τη στιλπνότητα της κατακτημένης ωριμότητας.

Στα εβδομήντα τέσσερα, σύντομα κατά κύριο λόγο, ποιήματα του βιβλίου, βλέπουμε να συνοψίζονται τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα όλης του της πορείας: μονοθεματικός και ανοιχτός την ίδια στιγμή σε πάμπολλες παραλλαγές, με υπομνήσεις καβαφικές και την έκδηλη παρουσία του θανάτου, η προβολή του οποίου επισκιάζει τη ζωή. Τα γηρατειά, η φθορά του σώματος, τα αντικείμενα που θυμίζουν κτερίσματα, μια ακινησία οικιακή που επιτρέπει να ακουστεί και το παραμικρό θρόισμα των συναισθημάτων, η συγγένεια, τέλος, άλλοτε στις τρυφερές σκηνές της πένθιμης καθημερινότητας, άλλοτε με μια κάποια –ενσυνείδητη– νοσηρότητα: «Έλα όχι, μη φοβάσαι, ποίημα ήταν,/ μη φοβάσαι».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 521, σελ. 54]

Ευριπίδης Γαραντούδης, Η αντοχή του λυρισμού,

Gutenberg, 2011

 

Αναφορά στην ποίηση του Μανόλη Πρατικάκη (γ. 1943), συγχρόνου αλλά και αποκλίνουσας φωνής της γενιάς του 1970, αποτελεί η παρούσα μελέτη του Ευριπίδη Γαραντούδη, Αναπληρωτή Καθηγητή Νεοελληνικής Φιλολογίας στην Αθήνα, με γόνιμο ερευνητικό έργο και σημαντικές δημοσιεύσεις. Ακολουθώντας χρονολογικά την πορεία του Πρατικάκη και τη διαλεκτική σχέση του ποιητή με το έργο του, ασχολείται με τέσσερα βασικά θέματα: α) τον εντοπισμό των σημαντικών γνωρισμάτων της ποίησης του Πρατικάκη στην εξέλιξή της, β) τη διαγραφή της εξέλιξης αυτής από την έκφραση της συλλογικής κατάστασης προς την ατομική περιοχή και από το ποιητικό εγώ στην απαλοιφή του, γ) το βίωμα της ιθαγένειας ή εντοπιότητας και δ) την αφομοίωση της νεότερης ποιητικής μας παράδοσης. Άρτια μελέτη με σύγχρονο θέμα, εκ του σύνεγγυς ανάγνωση, ισορροπημένη ανάμεσα στις παραπληρωματικές ιδιότητες του φιλολόγου και του αναγνώστη-κριτικού.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 97]

Κατερίνα Ηλιοπούλου, Το βιβλίο του χώματος, Μελάνι, 2011

Τρίτη ποιητική συλλογή για την Κατερίνα Ηλιοπούλου (γ. 1967) – η πρώτη της, Ο κύριος Ταυ, είχε τιμηθεί με το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα του περιοδικού «Διαβάζω» για το 2007. Δραστήρια σε διαδικτυακές και μη συλλογικότητες, όπως η Greek Poetry Now, μας παρουσιάζει μια εκδοχή του κόσμου ως κάτι ανοιχτού και ανολοκλήρωτου και διερωτάται για τη φύση του πραγματικού. Το βιβλίο αποτελείται από τρεις ενότητες: «Κατάβαση», «Ανάβαση» και «Σημειώσεις από το βιβλίο του χώματος». Μέσα στη νύχτα, ανάμεσα στο όνειρο και την αγρύπνια, στο αναγκαίο και σε «αυτό που περισσεύει», η συνείδηση αρθρώνεται ως πολυφωνική αφήγηση για να  αποτυπωθεί ανάγλυφα στη μετάθεση από την επικράτεια των πραγμάτων και τη διαλεκτική των σωμάτων προς το εσωτερικό τοπίο. Και έτσι η έκφραση του κόσμου γίνεται ένα πρώτο βήμα προς τον προορισμό της αναμάγευσής του.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 80]

Αλέξανδρος Αραμπατζής, Μεγαλιθικές μπαλάντες,

Τυπωθήτω, 2011

 

Γεννημένος το 1961 στη Δράμα, όπου ζει και εργάζεται ως δικηγόρος, ο Αλέξανδρος Αραμπατζής συνθέτει, στο πέμπτο του ποιητικό βιβλίο, μια σπονδυλωτή αφήγηση με την οποία και συνάπτει το υλικό του σε ενιαία μορφή, όπως μαρτυρά εξάλλου και η τυπογραφική διάταξη. Εξ αρχής γίνονται σαφείς οι προθέσεις του Αραμπατζή, καθώς και οι συνιστώσες της ποιητικής του: ύφος πληθωρικό και περίτεχνο, λεξιλόγιο εξεζητημένο που αντλεί από ποικίλους λογοτεχνικούς χώρους, συχνές μετατοπίσεις σκηνικού και εστίασης, από το αλλοτριωμένο αστικό περιβάλλον προς τη φύση, η οποία όμως αποκτά τα χαρακτηριστικά μιας δυσοίωνης, απειλητικής ατμόσφαιρας. Δίνεται χώρος στο απρόοπτο και το παράδοξο, με ισχυρές εικόνες και εμπύρετους συνειρμούς. Αποκομίζουμε τελικά την αίσθηση μιας οδοιπορίας, μιας περιπλάνησης που θα μπορούσε να διαβαστεί και ως αλληγορία της ποίησης «στο απαγορευμένο δάσος των περιττών σημασιών».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 80]

Ελισάβετ Αρσενίου, Χιλιάδα, Τυπωθήτω, 2011

 

 

Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας στην Κομοτηνή, με πυρήνα των ερευνητικών της ενδιαφερόντων τις εκδηλώσεις της πρωτοπορίας και του μοντερνισμού στη λογοτεχνία μας, η Ελισάβετ Αρσενίου καταθέτει τη δεύτερη ποιητική συλλογή της, έξι χρόνια έπειτα από την Οδύσσια, κείμενο πολιορκίας. Με παιγνιώδη τίτλο ομηρικών υπομνήσεων και αυτή, η Χιλιάδα χωρίζεται σε τέσσερις ενότητες και φανερώνει μια πολλαπλή αυτοσυνείδηση, συνενώνοντας με τόλμη ετερόκλητα στοιχεία, γλωσσικά, μετρικά και πραγματολογικά. Πηγάζοντας από μια γραφή πειραματικών καταβολών, εκβάλλει σ’ ένα ρευστό τοπίο, όπου το παράδοξο και το εφιαλτικό λειτουργούν ως περίβλημα της έκφρασης και ως σκηνικό της. Συνυπάρχουν εδώ αναφορές που κυμαίνονται από την υψηλή λογοτεχνία και τη φιλολογική της πραγμάτευση μέχρι τη μαζική κουλτούρα της τηλεόρασης και του διαδικτύου· προβολή, θα λέγαμε, του χαοτικού περιβάλλοντος της εποχής και ανασύνθεση των αποσπασμάτων μιας συνολικότερης αφήγησης.

 

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 80]

Γιάννης Δάλλας, Περίακτος, Τυπωθήτω, 2011

 

Περίακτος, η μηχανή δηλαδή της αλλαγής των σκηνικών στο αρχαίο δράμα, αλλά και «περίακτος οδός», θα λέγαμε εμείς, ο δρόμος με τις πολλές στροφές. Έναν τέτοιο δρόμο διασχίζει στη δέκατη τέταρτη πλέον συλλογή του ο Γιάννης Δάλλας (γ. 1924), ποιητής με πρώτη εμφάνιση το 1948, φιλόλογος με σπουδαίο έργο και μεταφραστής, ιδίως της αρχαϊκής λυρικής ποίησης. Ο ποιητικός του λόγος, υπερρεαλιστικών, αλλά όχι μόνο, καταβολών, συνάπτει το παράλογο και το αλλόκοτο με τη γεωγραφία της μνήμης και την τοπική ιστορία, που ζωντανεύουν μέσα από ένα παλίμψηστο κειμένων. Αντλώντας δομικά στοιχεία από την αρχαιοελληνική γραμματεία, οργανώνει τη συλλογή σε τέσσερις ενότητες, στις οποίες παρεμβάλλονται τρεις «παραβάσεις». Πολύμορφος και ανατρεπτικός, χαρτογραφεί το παρελθόν, πλάθει ποικίλες ενσαρκώσεις του, μεταθέτοντας συχνά την αφηγηματική του εστίαση, για να φτάσει στο ζητούμενο του ποιητικού προορισμού του.

 

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 79]

Γιάννης Βαρβέρης, Βαθέος γήρατος, Κέδρος, 2011

Ενδέκατη και ακροτελεύτια συλλογή του Γιάννη Βαρβέρη (1955-2011), δεν μπορεί παρά να διαβαστεί υπό το βάρος της συγκινησιακής φόρτισης για την αποδημία του. Έκδηλη είναι εξάλλου η παρουσία του θανάτου, όπως και σε όλο το έργο του. Η συλλογή απευθύνεται στη μητέρα του ποιητή που και αυτή πέθανε πρόσφατα σε πολύ προχωρημένη ηλικία – εξ ου και ο τίτλος. Η προβολή του θάνατου επισκιάζει τη ζωή: τα γηρατειά, η φθορά του σώματος, τα αντικείμενα που θυμίζουν κτερίσματα, μια ακινησία οικιακή που επιτρέπει να ακουστεί και το παραμικρό θρόισμα των συναισθημάτων, η συγγένεια, τέλος, άλλοτε στις τρυφερές σκηνές της πένθιμης καθημερινότητας, άλλοτε με μια κάποια –ενσυνείδητη– νοσηρότητα. Σε αυτήν τη μουσική δωματίου, ο τρόπος του Βαρβέρη ακούγεται μεστός και ακριβής, με τη στιλπνότητα της κατακτημένης ωριμότητας, και ανοίγεται σε έναν πολλαπλό αποχαιρετισμό.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 520, σελ. 79]

Ευτυχία Παναγιώτου, Μαύρη Μωραλίνα, Κέδρος, 2010


“The truth will set you free, but not until it is finished with you.”
David Foster Wallace


Η Μαύρη Μωραλίνα, δεύτερη συλλογή της Ευτυχίας Παναγιώτου (γ. 1980) έπειτα από τον Μέγα Κηπουρό, θα μπορούσε να θεωρηθεί περισσότερο σπονδυλωτή, βιωματική σύνθεση παρά συλλογή αυτοτελών μεταξύ τους ποιημάτων.

 Πολυφωνικό χρονικό μιας εποχής που έπεται του έρωτα, τοποθετείται στη δυστοπία ενός εφιαλτικού σκηνικού, ενός χώρου που διαρκώς μετατίθεται από το νοσοκομείο στην οικογενειακή εστία, και από εκεί στη θρυμματισμένη μνήμη και τις ανεπιθύμητες προεκτάσεις της. Μια υπερβατική πραγματικότητα, υπόγειας δράσης, στην επικράτεια του σώματος, στον πόνο και τις πληγές του, στις χαράδρες και τους χειμάρρους του.

Με τα σύμβολά της εύπλαστα και πολυσήμαντα, η ποιητική γλώσσα, άλλοτε εξομολογητική, άλλοτε –επιφανειακά τουλάχιστον– ψυχρή και κλινική, παραπέμπει στα μαθηματικά, την ιατρική, τη φιλοσοφία, αποκτά έως και ιερατική χροιά και διαλέγεται με ένα διακείμενο που δεν είναι αποκλειστικά λογοτεχνικό. Κατεξοχήν επίμονος και βαθύς είναι ο διάλογός της με τις εικαστικές τέχνες. Ενδεικτικά μόνο αναφέρουμε την κομβική επαφή της Παναγιώτου με τη ζωή και το έργο της Αμερικανίδας φωτογράφου Francesca Woodman – δική της φωτογραφία κοσμεί και το εξώφυλλο του βιβλίου.

Σαν προοίμιο, το πρώτο ποίημα («Χαράζει το χέρι, πάει να πει νοσοκομείο») μας μιλά για την ιαματική λειτουργία της γραφής, αλλά μας προϊδεάζει και για το βαρύ τίμημά της. Όλα θα γίνουν μέσω του σώματος. Εκεί διαπλέκονται ο έρωτας και η απώλειά του με τα σπαράγματα της προσωπικής μνήμης και τη χαμένη παιδικότητα. Όλα στο σώμα επενδύονται, στα μέλη του, σε ό,τι το περιβάλλει, για να φτάσουμε τελικά στην επώδυνη συνείδηση, στην αυτοδιάθεσή του: την ενοχή που το φύλο της χάρισε με ηδονή θα ξηλώνει.

Και το σώμα αυτό διαλέγεται με το σώμα του άλλου, καθρεφτίζεται στα ουράνια σώματα, διαπλέκεται με τις μνήμες, τις αισθήσεις και με τις αναμνήσεις των αισθήσεων, για να υποστεί τελικά την ίδια φθορά στην οποία είναι καταδικασμένος και ο κόσμος των άψυχων αντικειμένων: σαν να κουβαλά τις αμαρτίες της ύλης, είναι το ποιητικό εγώ που κατακερματίζεται αντί της πραγματικότητας που το περιβάλλει. Κι όμως εδώ κρύβεται μια κατάφαση: με απόλυτη συναίσθηση, πλέον, και εποπτεία, η Παναγιώτου θα επιμείνει να μιλήσει, γιατί ό,τι αντέχει/ ανθίζει μουσική.

Καθώς πλάθει το κύριο alter ego της, τη Μαύρη Μωραλίνα, ο λόγος της, εμπύρετος, κινείται σε πολλά επίπεδα, ως αδιάκοπη ροή μιας πολυκύμαντης συνείδησης. Επεκτείνεται σε ιστορικές και πολιτικές παραμέτρους, με το παρελθόν πολλαπλά εγγεγραμμένο μέσα του. Εμπεριέχει ταυτόχρονα και τις ίδιες τις αρχές βάσει των οποίων συντίθεται: η μορφή, διαβάζουμε, είναι δείκτης περιεχομένου.

Τελικά, πλέοντας κανείς κατά μήκος της Μαύρης Μωραλίνας, με μια αίσθηση ρευστότητας από ποίημα σε ποίημα, νιώθει ότι ο μόνος προορισμός θα μπορούσε να είναι η λυτρωτική αποδοχή του αιτήματος για το εμείς: το ερωτικό, το ουτοπικό, το αδικαίωτο εμείς· που όμως εδώ έρχεται και βρίσκει τελικά τη δικαίωσή του στη γραφή: ακόμη και στα βάθη της απελπισίας, όταν γράφεις κάτι γίνεται.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 7, σελ. 291-292·
εκδοχή του κειμένου είχε εκφωνηθεί στην παρουσίαση του βιβλίου (TAF, 7/2/11)]

Χάρης Βλαβιανός, Σονέτα της συμφοράς, Πατάκη, 2011

Ένα εξώφυλλο λιτό και ταυτόχρονα επιβλητικό μας υποδέχεται στον δέκατο πλέον σταθμό της ποιητικής διαδρομής του Χάρη Βλαβιανού (γ. 1957).

Προτού κανείς προχωρήσει στην ανάγνωση, θα ήταν καλό να έχει κατά νουν την πολύπλευρη δραστηριότητά του: τη διεύθυνση του περιοδικού «Ποιητική»· τις μεταφραστικές του καταθέσεις· την, από κοινού με τον πεζογράφο Χρήστο Χρυσόπουλο, συγγραφή του δοκιμίου με τον τίτλο Το διπλό όνειρο της γραφής (Πατάκη, 2010)· το βραβευμένο από το περιοδικό «Διαβάζω» Διακοπές στην πραγματικότητα (επίσης Πατάκη, 2009), του οποίου έρχεται ως συνέχεια και ολοκλήρωση. Αυτές οι παράμετροι διαμορφώνουν το ποιητικό πρόσωπο του Βλαβιανού και μετατρέπονται σε κλειδιά για την ερμηνεία του έργου του.

Ο τίτλος υπομειδιά και αυτοαναιρείται σε πρώτο επίπεδο, αλλά ο υπότιτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο και τις συνδηλώσεις του ποιητικού σχεδίου: apologia pro vita et arte mea. Η απολογία, βέβαια, δεν πρέπει να εννοηθεί ως στάση άμυνας απέναντι στους άλλους, αλλά περισσότερο ως στοιχειοθέτηση αρχών, ως κατασταλαγμένη, ποιητική και προσωπική, τοποθέτηση.

 Αυτό το δίπολο, ανάμεσα στο ποιητικό και το προσωπικό, το συναντούμε διατυπωμένο ήδη στην αφιέρωση και στα μότο που προτάσσονται: από τη μια, η αφιέρωση στους γονείς που πρόσφατα έχασε, από την άλλη, οι φράσεις του Τ.Σ. Έλιοτ και του Τζόζεφ Κόνραντ που περιγράφουν, θα λέγαμε, την ταλάντωση ανάμεσα στο ιδιωτικό και τη λογοτεχνική πραγμάτωσή του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίον η δισυπόστατη φύση του ποιητή καθορίζεται από την επώδυνη συμφιλίωση ή έστω την αναγκαστική συγκατοίκησή τους.

 Εβδομήντα πέντε σονέτα, «δηλαδή εβδομήντα τόσα ερωτηματικά». Από την παραδοσιακή μορφή του σονέτου έχει κρατηθεί απαρέγκλιτα μόνον το χαρακτηριστικό των δεκατεσσάρων στίχων, κάτι που έχει ενταχθεί πλέον στην τυπολογία του είδους, όπως το συναντούμε στην ευρωπαϊκή ποίηση, λ.χ. στον Ιρλανδό Paul Muldoon. Αν και απουσιάζει ο περιορισμός της ισοσυλλαβίας και της ομοιοκαταληξίας, η πειθαρχία που επιβάλλεται από τον αριθμό των στίχων επιδρά στο αποτέλεσμα. Ο ελεύθερος στίχος μπολιάζεται από έμμετρα στοιχεία και προκύπτει ένας παιγνιώδης μορφικός διάλογος.

 Και ποιο είναι «το φλέγον θέμα»; Είναι η σχέση της ζωής με την ποίηση, είναι όμως και ο ίδιος του ο εαυτός: «“Ο Βλαβιανός. Ποιος;”», στην κατακλείδα του βιβλίου. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια περίπτωση ναρκισσισμού, για μια αυτάρεσκη αντανάκλαση του ποιητή στο έργο του; Ή μήπως το ποιητικό εγώ γίνεται αφορμή για να αναπτυχθούν δεκάδες άλλα θέματα;

Ο Βλαβιανός εναλλάσσει διαρκώς το μικροσκοπικό με το μακροσκοπικό, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, την εξομολόγηση με την αποστασιοποίηση. Υιοθετεί όλους τους ρόλους: γιος, φίλος, εραστής, γονέας.

Κυριαρχεί το θέμα της απώλειας των γονιών, εκείνων για τους οποίους μια ζωή πένθησε, που δεν του επέτρεψαν ούτε καν την τελετουργική επιτέλεση μιας πατρο-/μητροκτονίας. Ταξινομεί τη μνήμη, όπως τη δεσμεύουν οι εικόνες, και την ανασύρει, στρέφοντας πάνω της τον προβολέα του παρόντος. Με χειρουργική ακρίβεια καταγράφεται η ασθένεια και η αποδημία τους, εμποτισμένη σ’ ένα διακείμενο που χαμηλώνει τη θερμοκρασία αλλά δεν υπονομεύει τη συγκίνηση.

Ταυτόχρονα, ο ποιητής περιφέρεται στο αστικό τοπίο, σκηνοθετεί τον εαυτό του, φορά τα πρόσωπα και τα προσωπεία του έρωτα. Συλλογίζεται –ανελέητος στον αυτοσαρκασμό του, κάποτε και κυνικός– για την απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τις ενσαρκώσεις του. Μια εποχή πέρα από την αυταπάτη –ή μήπως όχι;–, σε μια αέναη «αισθηματική αγωγή», διεισδύοντας τολμηρά στον οικογενειακό πυρήνα.

Συνυπάρχουν επίσης, σε ποιητική μορφή, αυτοβιογραφικές αναφορές, απερίφραστες ή υπόγεια διατυπωμένες αρχές ποιητικής, θέματα λογοτεχνικής ιστορίας και κριτικά σχόλια. Από την αντίστιξη ανάμεσα στο «αγκάθι του πραγματικού» και το «ροδόνερο του ιδεώδους», καθώς συλλαμβάνεται η αναντιστοιχία της ποιητικής αρμονίας με το χάος της πραγματικότητας, η άσκηση της τέχνης γίνεται και άσκηση ζωής. Με πανταχού παρούσες αντιθέσεις και αντιφάσεις, εξετάζεται η λειτουργία των λέξεων και αποφασίζεται η συνειδητή «υπονόμευση του υψηλού».

Ο Βλαβιανός αναπολεί το ποιητικό του παρελθόν, επιστρέφει στην περίοδο της διαμόρφωσης και αναλογίζεται τις επιλογές του: «Τα σκάτωσες, αγόρι μου!». Εμπαίζει τη δηλητηριώδη συγγραφική συντεχνία και επισημαίνει τη νοσηρότητά της. Μέσα από, μη κατονομασμένες, λιγότερο ή περισσότερο προσδιορισμένες, περιπτώσεις, διατυπώνει την πολεμική του, ένα κατηγορώ στον ποιητικό περίγυρο: «ο ένας δεν μπορεί να γράψει, ο άλλος δεν ξέρει να διαβάζει».

Η ματιά του Βλαβιανού βασίζεται στο θεωρητικό σχήμα του μεταμοντέρνου σχετικισμού. Έτσι θα συνομιλήσει με την Ηθική και με την Ιστορία, «τον ηρωικό Προκρούστη και τα σημαιοστολισμένα κουφάρια» της κάθε εποχής, έτσι θα συνομιλήσει, ειρωνικά, με την πολιτική και με τη θρησκεία. Και ο διάλογος αυτός είναι ουσιώδης, διότι έρχεται να διεκδικήσει νέους χώρους για το θεματικό και το νοηματικό πεδίο της ποίησης. Καθώς περιδιαβαίνει τις αίθουσες στην πινακοθήκη της πνευματικής, λογοτεχνικής και αισθητικής, ιστορίας, από τους ποιητές στους φιλοσόφους, φτάνει τελικά στην «αρχή της αρμοδιότητας» και στην «αυθαιρεσία κάθε προσπάθειας».

Γυμνός μπροστά μας, φορώντας όμως και την πανοπλία του, ο Χάρης Βλαβιανός, συντονισμένος με το παγκόσμιο ποιητικό γίγνεσθαι, με το δύσκολο πεπρωμένο μιας ποίησης επί της ουσίας διακειμενικής και με τη ζωτική βεβαιότητα του ποιητικού τρόπου και του εμπεδωμένου νοήματος, συνθέτει ένα μανιφέστο, μια ανασκόπηση της ζωής και της τέχνης του, με τη μορφή και το σχέδιο της σπονδυλωτής αφήγησης, κατορθώνοντας μέσα από τη λασπωμένη ennui της καθημερινότητας να ανασύρει έναν διαυγή εσωτερικό μονόλογο, αλλά και μια γλαφυρή, επίμονη συνομιλία με τα πράγματα. Η πίκρα, αλλά και η δικαίωση: «ό,τι ζει, ζει εντέλει μόνο του». Ένα έργο που ανακεφαλαιώνεται αλλά και ανοίγεται δυναμικά στο μέλλον του.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 92, σελ. 145-146]