Skip navigation

Tag Archives: κάλλια παπαδάκη

Κάλλια Παπαδάκη, λεβάντα στο δεκέμβρη, Πόλις 2011

λεβάντα στο δεκέμβρηΓεννημένη το 1978, με πρώτη της εμφάνιση στα γράμματα τη σπονδυλωτή συλλογή διηγημάτων Ο ήχος του ακάλυπτου (Πόλις, 2009) που άφησε πολύ καλές εντυπώσεις και απέσπασε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου του περιοδικού «Διαβάζω», η Κάλλια Παπαδάκη καταθέτει εδώ μια ποιητική συλλογή και μοιάζει σαν να ξεφυλλίζει ένα φωτογραφικό άλμπουμ αισθήσεων και αναμνήσεων.

Το μοβ χρώμα του εξωφύλλου, ταιριαστό με τον τίτλο της συλλογής, και με επίκεντρο τον πίνακα Χειμώνας 1 του εξπρεσιονιστή Philip Guston,  μας καλωσορίζει σε μια έκδοση καλαίσθητη και άρτια επιμελημένη. Η Παπαδάκη έχει επιλέξει συνειδητά να είναι όλο το κείμενό της γραμμένο με πεζά στοιχεία –θυμίζοντάς μας έτσι τον e.e. cummings– και με στοιχειώδη μόνο στίξη: σχεδόν ούτε μια τελεία, παύσεις που υπονοούνται, ανάσες που διεκδικούνται, κάτι το συνεχές και αδιάλειπτο, καθώς εκπορεύεται από την παρατήρηση και καταλήγει στην αβίαστη αποτύπωσή της.

Με γλωσσική έκφραση που άλλοτε αντλεί από λογιότερους τύπους –ίσως και καβαφικές υπομνήσεις– και άλλοτε από την ανόθευτη καθομιλουμένη, κυρίως όμως με την απερίφραστη και ανεπιτήδευτη απλότητα της συνείδησης που κοιτάζει γύρω της, αναλογίζεται και παίρνει τον λόγο, η Παπαδάκη συνθέτει σύντομες αφηγήσεις που περικλείονται στην ποιητική μορφή, αποτελώντας αφορμή για στοχασμούς με γλυκόπικρη γεύση.

Πάνω απ’ όλα, ακούμε μια φωνή αυτόνομη και τολμηρή, σε πρώτο επίπεδο, κατασταλαγμένη απέναντι στην πραγματικότητα, με μια φιλοσοφική, θα λέγαμε, θεώρηση αντλημένη από τον βαθύτερο ρεαλισμό: «το τρίξιμο/ είναι μια πόρτα μισάνοιχτη». Αυτό που υπονοείται, που κάνει φανερή την παρουσία του ως υπόστρωμα, είναι μια επείγουσα, συνειρμική και ασθμαίνουσα έκφραση, στις διαδρομές του νου, στον εφιάλτη, στον εσωτερικό μονόλογο· η φωνή που επιστρέφει στον εαυτό της και τον ραπίζει.

Η ποίηση της Παπαδάκη είναι πρωτίστως ερωτική. Διάχυτη είναι μια υψηλή θερμοκρασία σε όλες τις διαστάσεις και τις εκδοχές του έρωτα: η αναπνοή της ανάμνησης, η αίσθηση της οικειότητας των σωμάτων, η σεξουαλικότητα με τους τρόπους και τους δισταγμούς της, η εικονοπλαστική δύναμη της επιθυμίας: «μήνες τώρα σου έκανα έρωτα/ με τα χέρια που δεν έχουν αφή/ και τα χείλια που δεν κρατούν γεύση/ σ’ επινόησα και σχεδόν σ’ ερωτεύτηκα». Εδώ και η ήρεμη τρυφερότητα («και το σ’ αγαπώ μου είναι κι αυτό/ λιτή τρισύλλαβη προσευχή»), αλλά και ο αποχωρισμός, με ό,τι τον περιβάλλει. Με την πορεία του ανθρώπου μέσα στη ζωή και τις σχέσεις, καθώς αλλάζει και σμιλεύεται με τον χρόνο που περνάει, παρακολουθούμε τις συγκρούσεις και τις μετατοπίσεις του, μια ποίηση που αναθυμάται για να κοιτάξει προς τα εμπρός.

Ό,τι και να αναδεικνύεται ως θέμα της, η φύση, η πόλη των παιδικών της χρόνων, ένα νυχτερινό στιγμιότυπο, το αστικό τοπίο –«η ανέραστη πόλη»– στις λεπτομέρειές του, εντέλει αυτό για το οποίο γίνεται λόγος είναι η αντίληψη του κόσμου, η θέση του ανθρώπου μέσα του, η ελάχιστη ανάγκη, η ύπαρξη που βρίσκει τον παλμό της στο ουσιώδες, στη διαδρομή μιας μέρας και μιας νύχτας, από το ένα χάραμα στο άλλο («από πριν και χωρίς τέλος»). Ακόμη και η οικονομική κρίση του καιρού μας γίνεται μια υπαρξιακή μεταφορά και εκδηλώνεται εντός της ύπαρξης, την ώρα που «μικροί κι εμείς οι πολλοί κι ανήσυχοι» ψάχνουμε όλοι τον βηματισμό μας. Κι εδώ το βλέμμα, συνειδητά λοξό, αποφαίνεται πως «επανάσταση είναι να πατάς/ πάνω στο πράσινο γρασίδι/ που κάποιοι φύτεψαν/ σε πείσμα των καιρών/ πάνω στην έρημο».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Ποιητική, τεύχος 9, σελ. 320-322]
Advertisements