Skip navigation

Tag Archives: πάνος κυπαρίσσης

Πάνος Κυπαρίσσης, Φως ορυχείου, Μελάνι 2011

 

Φως ορυχείου«Δύσκολο» φως, επισφαλές και αναντικατάστατο, ζωτικό και ζωογόνο: Φως ορυχείου. Έτσι τιτλοφορεί τη δέκατη ποιητική συλλογή του ο Πάνος Κυπαρίσσης (γ. 1945), συνεπής και σταθερός εκπρόσωπος της πρώτης μεταπολιτευτικής γενιάς.

Καταγράφοντας, υπό το φως αυτό, «λάμψεις ζωής αλλά και την απώλεια στις πιθανές εκφάνσεις της», ο ποιητής μοιάζει σαν να εξορύσσει, μεθοδικά και πεισματικά, το πολύτιμο μετάλλευμα της μνήμης. Από τη μνήμη αντλεί τη θεματική του, καθώς και από την επικράτεια του μύθου, τόσο στις αρχαιοελληνικές αναφορές του, όσο και στις μυθοποιημένες εκδοχές του ιδιωτικού χώρου και της προσωπικής αναθύμησης.

Μπορούμε να διακρίνουμε στη γραφή του τα στοιχεία μιας ποιητικής που συνδέεται με την εντοπιότητα και την καταγωγή, που πραγματεύεται το θέμα ενός ενδότερου νόστου και τον ανάγει, με τις δημοτικές υπομνήσεις αλλά και την απερίφραστη λιτότητα του ελεύθερου στίχου, σε ύλη βαθιά βιωματική και αφηγημένη. Έχοντας πίσω του μια ενήλικη ζωή με σκηνικό υπόβαθρό της την καθημερινότητα του μεγάλου αστικού κέντρου, ο ποιητής θυμάται, διαλέγεται με την παιδική του ηλικία και συνομιλεί με το αίμα και με τον τόπο του.

Εκτός από μετάλλευμα, η μνήμη αναδεικνύεται και η ίδια σε φως που καθιστά ορατό τον κόσμο και του δίνει σχήμα. Προκειμένου να αποδώσει κάτι που γίνεται αντιληπτό ως τέλος εποχής, ο Κυπαρίσσης αγγίζει και την Ιστορία, ιδίως των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων, μέσα από τη μικρή κλίμακα που διεκδικεί τη φωνή της στον λόγο του βιώματος και της μαρτυρίας, εδώ που «όλα τα μουσεία θάνατο δείχνουν».

Σχολιάζεται ακόμη, με αλληγορίες και μεταφορές, και η ίδια η ποιητική διαδικασία που περιγράφεται ως βαριά χειρωναξία: ο χειρισμός των λέξεων, το μεταβαλλόμενο νόημα ή ο εκφυλισμός τους, η σημασία της σιωπής, οι υπόγειες διατυπώσεις που συζητούν τις αφορμές του πρώτου ερεθίσματος, την καταγραφή και την μετουσίωσή τους σε λόγο.

Ο χρόνος και η επίδρασή του στο σώμα, «των ανθρώπων οι ρυτίδες», καθώς «προσπαθούν να βρουν φωνή/ κι όλο βαθαίνουν», η νοσταλγία σε όλες τις διαστάσεις της, ο θάνατος, η ερωτική επιθυμία στις αποχρώσεις του φόβου και της απουσίας, η παρατήρηση του φυσικού τοπίου, όλα χωρούν εδώ, με εναλλαγές εστίασης και φωτισμού, στον προσωπικό αγώνα ενάντια στην κατάλυση της μνήμης, σε μια ποίηση, εντέλει, της ανθρώπινης εμπειρίας.

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 531, σελ. 90]