Skip navigation

Tag Archives: χάρης βλαβιανός

Χάρης Βλαβιανός, Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκού, Πατάκη 2011

 

Η ιστορία της δυτικής φιλοσοφίας σε 100 χαϊκούΤο χαϊκού είναι, δίχως αμφιβολία, το γνωστότερο από τα ποιητικά είδη της Άπω Ανατολής, με μακρά και πολύπλευρη παράδοση από τότε που εισήχθη και ενσωματώθηκε στη δυτική ποίηση. Πολλά είναι τα δείγματα γραφής και στην ελληνική γραμματεία, με χαρακτηριστικότερα τα «Δεκαέξι Χάι-Κάι» του Γιώργου Σεφέρη από το Τετράδιο Γυμνασμάτων.

Στο κομψό, μικρού σχήματος, και καλαίσθητο βιβλίο του Χάρη Βλαβιανού, η αυστηρή φόρμα των δεκαεπτά συλλαβών χρησιμοποιείται με πολύ ιδιαίτερο και πρωτότυπο τρόπο. Προσφέρεται δηλαδή ένα πανόραμα της δυτικής φιλοσοφίας μέσα από εκατό εκπροσώπους της, δείκτες και σταθμούς της, από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα.

Η επιλογή, όπως διευκρινίζει και ο ίδιος ο ποιητής, δεν έχει τον κανονιστικό και συστηματικό χαρακτήρα μιας «ορθόδοξης» καταγραφής· με το αυτεπάγγελτο δικαίωμά του στον σαρκασμό, την ποιητική ειρωνεία και την καλώς εννοούμενη, ανθρώπινη και αναγνωστική, μεροληψία, ο Βλαβιανός, περιδιαβάζει και υπομνηματίζει, σχολιάζει και συνομιλεί, με «ασεβές» μειδίαμα στα χείλη, αξιοποιώντας στο έπακρο τους περιορισμούς που του επιβάλλει η φόρμα.

 Έτσι, τα χαϊκού –διατυπωμένα άλλοτε σαν να απευθύνονται στους φιλοσόφους, άλλοτε σαν να εκφωνούνται από αυτούς και άλλοτε σαν τριτοπρόσωπες σημειώσεις στο περιθώριο της ιστορίας της φιλοσοφίας– συνοψίζουν αρχές και θέσεις, τις υπονομεύουν με πνεύμα, γίνονται αφορμή και «παράθυρο» στη σκέψη ή μοιάζουν, κάποτε, να εμπεριέχουν αρχές ποιητικής και τρόπου ζωής, ακόμη και αν αποσυνδεθούν από την αρχική πηγή της έμπνευσης και της αναφοράς τους.

Από αυτό το ανοιχτό και πολύμορφο πεδίο, διαβάζουμε ενδεικτικά το προς τον Ηράκλειτο (3.): «Δεν ήσουν εσύ/ που πάλι στο ποτάμι/ βούτηξε. Άλλος», απάντηση στο πασίγνωστο δς ς τν ατν ποταμν οκ ν μβαίης. Αλλού, φανταζόμαστε τον René Descartes (36.) να αναρωτιέται: «Κοιμάμαι; Μήπως/ ονειρεύομαι ότι/ τώρα σκέφτομαι;» ή τον Albert Camus (85.) να προτρέπει τον Άνθρωπο-Σίσυφο: «Θ’ αυτοκτονήσεις;/ Όχι; Τότε ν’ ανέβει/ σπρώξε την πέτρα.»

Έχοντας ήδη καταθέσει, στις αρχές της περασμένης χρονιάς, τα Σονέτα της Συμφοράς, ο Βλαβιανός αποκαλύπτει με τα χαϊκού μια ακόμη παράμετρο της ποιητικής του σκευής και ευαισθησίας. Σ’ ένα παιχνίδι κατά βάθος πολύ σοβαρό, αφήνει ως παρακαταθήκη του (62. Henri Bergson): «Στην ποιότητα/ της συγκίνησης. Σ’ αυτήν/ επικεντρώσου» και καταλήγει, με απερίφραστη απλότητα, (78. Maurice Merleau-Ponty): «Μέσα στον κόσμο/ και μόνο σ’ αυτόν να πω/ ποιος είμαι μπορώ».

[δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 531, σελ. 88]
Advertisements

Χάρης Βλαβιανός, Σονέτα της συμφοράς, Πατάκη, 2011

Ένα εξώφυλλο λιτό και ταυτόχρονα επιβλητικό μας υποδέχεται στον δέκατο πλέον σταθμό της ποιητικής διαδρομής του Χάρη Βλαβιανού (γ. 1957).

Προτού κανείς προχωρήσει στην ανάγνωση, θα ήταν καλό να έχει κατά νουν την πολύπλευρη δραστηριότητά του: τη διεύθυνση του περιοδικού «Ποιητική»· τις μεταφραστικές του καταθέσεις· την, από κοινού με τον πεζογράφο Χρήστο Χρυσόπουλο, συγγραφή του δοκιμίου με τον τίτλο Το διπλό όνειρο της γραφής (Πατάκη, 2010)· το βραβευμένο από το περιοδικό «Διαβάζω» Διακοπές στην πραγματικότητα (επίσης Πατάκη, 2009), του οποίου έρχεται ως συνέχεια και ολοκλήρωση. Αυτές οι παράμετροι διαμορφώνουν το ποιητικό πρόσωπο του Βλαβιανού και μετατρέπονται σε κλειδιά για την ερμηνεία του έργου του.

Ο τίτλος υπομειδιά και αυτοαναιρείται σε πρώτο επίπεδο, αλλά ο υπότιτλος καθιστά σαφές το περιεχόμενο και τις συνδηλώσεις του ποιητικού σχεδίου: apologia pro vita et arte mea. Η απολογία, βέβαια, δεν πρέπει να εννοηθεί ως στάση άμυνας απέναντι στους άλλους, αλλά περισσότερο ως στοιχειοθέτηση αρχών, ως κατασταλαγμένη, ποιητική και προσωπική, τοποθέτηση.

 Αυτό το δίπολο, ανάμεσα στο ποιητικό και το προσωπικό, το συναντούμε διατυπωμένο ήδη στην αφιέρωση και στα μότο που προτάσσονται: από τη μια, η αφιέρωση στους γονείς που πρόσφατα έχασε, από την άλλη, οι φράσεις του Τ.Σ. Έλιοτ και του Τζόζεφ Κόνραντ που περιγράφουν, θα λέγαμε, την ταλάντωση ανάμεσα στο ιδιωτικό και τη λογοτεχνική πραγμάτωσή του, καθώς και τον τρόπο με τον οποίον η δισυπόστατη φύση του ποιητή καθορίζεται από την επώδυνη συμφιλίωση ή έστω την αναγκαστική συγκατοίκησή τους.

 Εβδομήντα πέντε σονέτα, «δηλαδή εβδομήντα τόσα ερωτηματικά». Από την παραδοσιακή μορφή του σονέτου έχει κρατηθεί απαρέγκλιτα μόνον το χαρακτηριστικό των δεκατεσσάρων στίχων, κάτι που έχει ενταχθεί πλέον στην τυπολογία του είδους, όπως το συναντούμε στην ευρωπαϊκή ποίηση, λ.χ. στον Ιρλανδό Paul Muldoon. Αν και απουσιάζει ο περιορισμός της ισοσυλλαβίας και της ομοιοκαταληξίας, η πειθαρχία που επιβάλλεται από τον αριθμό των στίχων επιδρά στο αποτέλεσμα. Ο ελεύθερος στίχος μπολιάζεται από έμμετρα στοιχεία και προκύπτει ένας παιγνιώδης μορφικός διάλογος.

 Και ποιο είναι «το φλέγον θέμα»; Είναι η σχέση της ζωής με την ποίηση, είναι όμως και ο ίδιος του ο εαυτός: «“Ο Βλαβιανός. Ποιος;”», στην κατακλείδα του βιβλίου. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για μια περίπτωση ναρκισσισμού, για μια αυτάρεσκη αντανάκλαση του ποιητή στο έργο του; Ή μήπως το ποιητικό εγώ γίνεται αφορμή για να αναπτυχθούν δεκάδες άλλα θέματα;

Ο Βλαβιανός εναλλάσσει διαρκώς το μικροσκοπικό με το μακροσκοπικό, το συγκεκριμένο με το αφηρημένο, την εξομολόγηση με την αποστασιοποίηση. Υιοθετεί όλους τους ρόλους: γιος, φίλος, εραστής, γονέας.

Κυριαρχεί το θέμα της απώλειας των γονιών, εκείνων για τους οποίους μια ζωή πένθησε, που δεν του επέτρεψαν ούτε καν την τελετουργική επιτέλεση μιας πατρο-/μητροκτονίας. Ταξινομεί τη μνήμη, όπως τη δεσμεύουν οι εικόνες, και την ανασύρει, στρέφοντας πάνω της τον προβολέα του παρόντος. Με χειρουργική ακρίβεια καταγράφεται η ασθένεια και η αποδημία τους, εμποτισμένη σ’ ένα διακείμενο που χαμηλώνει τη θερμοκρασία αλλά δεν υπονομεύει τη συγκίνηση.

Ταυτόχρονα, ο ποιητής περιφέρεται στο αστικό τοπίο, σκηνοθετεί τον εαυτό του, φορά τα πρόσωπα και τα προσωπεία του έρωτα. Συλλογίζεται –ανελέητος στον αυτοσαρκασμό του, κάποτε και κυνικός– για την απόσταση ανάμεσα στο εγώ και τις ενσαρκώσεις του. Μια εποχή πέρα από την αυταπάτη –ή μήπως όχι;–, σε μια αέναη «αισθηματική αγωγή», διεισδύοντας τολμηρά στον οικογενειακό πυρήνα.

Συνυπάρχουν επίσης, σε ποιητική μορφή, αυτοβιογραφικές αναφορές, απερίφραστες ή υπόγεια διατυπωμένες αρχές ποιητικής, θέματα λογοτεχνικής ιστορίας και κριτικά σχόλια. Από την αντίστιξη ανάμεσα στο «αγκάθι του πραγματικού» και το «ροδόνερο του ιδεώδους», καθώς συλλαμβάνεται η αναντιστοιχία της ποιητικής αρμονίας με το χάος της πραγματικότητας, η άσκηση της τέχνης γίνεται και άσκηση ζωής. Με πανταχού παρούσες αντιθέσεις και αντιφάσεις, εξετάζεται η λειτουργία των λέξεων και αποφασίζεται η συνειδητή «υπονόμευση του υψηλού».

Ο Βλαβιανός αναπολεί το ποιητικό του παρελθόν, επιστρέφει στην περίοδο της διαμόρφωσης και αναλογίζεται τις επιλογές του: «Τα σκάτωσες, αγόρι μου!». Εμπαίζει τη δηλητηριώδη συγγραφική συντεχνία και επισημαίνει τη νοσηρότητά της. Μέσα από, μη κατονομασμένες, λιγότερο ή περισσότερο προσδιορισμένες, περιπτώσεις, διατυπώνει την πολεμική του, ένα κατηγορώ στον ποιητικό περίγυρο: «ο ένας δεν μπορεί να γράψει, ο άλλος δεν ξέρει να διαβάζει».

Η ματιά του Βλαβιανού βασίζεται στο θεωρητικό σχήμα του μεταμοντέρνου σχετικισμού. Έτσι θα συνομιλήσει με την Ηθική και με την Ιστορία, «τον ηρωικό Προκρούστη και τα σημαιοστολισμένα κουφάρια» της κάθε εποχής, έτσι θα συνομιλήσει, ειρωνικά, με την πολιτική και με τη θρησκεία. Και ο διάλογος αυτός είναι ουσιώδης, διότι έρχεται να διεκδικήσει νέους χώρους για το θεματικό και το νοηματικό πεδίο της ποίησης. Καθώς περιδιαβαίνει τις αίθουσες στην πινακοθήκη της πνευματικής, λογοτεχνικής και αισθητικής, ιστορίας, από τους ποιητές στους φιλοσόφους, φτάνει τελικά στην «αρχή της αρμοδιότητας» και στην «αυθαιρεσία κάθε προσπάθειας».

Γυμνός μπροστά μας, φορώντας όμως και την πανοπλία του, ο Χάρης Βλαβιανός, συντονισμένος με το παγκόσμιο ποιητικό γίγνεσθαι, με το δύσκολο πεπρωμένο μιας ποίησης επί της ουσίας διακειμενικής και με τη ζωτική βεβαιότητα του ποιητικού τρόπου και του εμπεδωμένου νοήματος, συνθέτει ένα μανιφέστο, μια ανασκόπηση της ζωής και της τέχνης του, με τη μορφή και το σχέδιο της σπονδυλωτής αφήγησης, κατορθώνοντας μέσα από τη λασπωμένη ennui της καθημερινότητας να ανασύρει έναν διαυγή εσωτερικό μονόλογο, αλλά και μια γλαφυρή, επίμονη συνομιλία με τα πράγματα. Η πίκρα, αλλά και η δικαίωση: «ό,τι ζει, ζει εντέλει μόνο του». Ένα έργο που ανακεφαλαιώνεται αλλά και ανοίγεται δυναμικά στο μέλλον του.

 [δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Εντευκτήριο, τεύχος 92, σελ. 145-146]